Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

Η διαθήκη μου



Αντισταθείτε
σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι
και λέει: καλά είμαι εδώ.

Αντισταθείτε σ’ αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι
και λέει: Δόξα σοι ο Θεός.

Αντισταθείτε
στον περσικό τάπητα των πολυκατοικιών
στον κοντό άνθρωπο του γραφείου
στην εταιρεία εισαγωγαί – εξαγωγαί
στην κρατική εκπαίδευση
στο φόρο
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ. 

Αντισταθείτε
σ’ αυτόν που χαιρετάει απ’ την εξέδρα ώρες
ατελείωτες τις παρελάσεις
σ’ αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει
έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε πάλι σ’ όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι
στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε
στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες
σ’ όλα τ’ ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε
πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι
σ’ όλους που γράφουν λόγους για την εποχή
δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα
στις κολακείες τις ευχές στις τόσες υποκλίσεις
από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό αρχηγό τους.

Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών
και διαβατηρίων
στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη διπλωματία
στα εργοστάσια πολεμικών υλών
σ’ αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια
στα θούρια
στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους
στους θεατές
στον άνεμο
σ’ όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς
στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας
ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ
αντισταθείτε.

Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την
Ελευθερία. 

Υστερόγραφο
Η διαθήκη μου πριν διαβαστεί
– καθώς διαβάστηκε –
ήταν ένα ζεστό άλογο ακέραιο.
Πριν διαβαστεί
όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν
αλλά σφετεριστές καταπατήσαν τα χωράφια.

Η διαθήκη μου για σένα και για σε
χρόνια καταχωνιάστηκε στα χρονοντούλαπα
από γραφιάδες πονηρούς συμβολαιογράφους.
Αλλάξανε φράσεις σημαντικές
ώρες σκυμμένοι πάνω της με τρόμο
εξαφανίσανε τα μέρη με τους ποταμούς
τη νέα βουή στα δάση
τον άνεμο τον σκότωσαν –
τώρα καταλαβαίνω πια τι έχασα
ποιος είναι αυτός που πνίγει.

Και συ λοιπόν
στέκεσαι έτσι βουβός με τόσες παραιτήσεις
από φωνή
από τροφή
από άλογο
από σπίτι
στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος:
Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν. 

Από το Ποιείν 

Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

 Roald Dahl (1916-1990)


 ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

Το πιο σημαντικό πράγμα που έχουμε μάθει
Όσο αναφορά τα παιδιά,
Είναι ποτέ, ΠΟΤΕ, ΠΟΤΕ να μην τα αφήνετε
Κοντά στη συσκευή της τηλεόρασης --
Ή ακόμα καλύτερα, απλά μην εγκαταστείσετε
Καθόλου το ηλίθιο αυτό πράγμα.
Σχεδόν σε όλα τα σπίτια που έχουμε βρεθεί
Τα έχουμε δει να χάσκουν με το στόμα ανοιχτό μπροστά στην οθόνη.
 Να κρέμονται και να σουλατσάρουν γύρω της
Και να ατενίζουν μέχρι να τους βγουν τα μάτια.
(Την περασμένη εβδομάδα στο σπίτι κάποιου είδαμε
Μια δωδεκάδα μάτια στο πάτωμα.)
Κάθονται και ατενίζουν, ατενίζουν και καθονται
Μέχρι να υπνωτιστούν από αυτήν,
Μέχρι να είναι απολύτως μεθυσμένα
Με όλα αυτά τα φρικαλέα σκουπίδια που σοκάρουν.
Ω ναι, το ξέρουμε ότι τα κρατά ήρεμα
Και δεν σκαρφαλώνουν στου παραθύρου το περβάζι,
Δεν παλεύουν ή χτυπάνε,
Σε αφήνουν ελεύθερο να μαγειρέψεις το φαγητό
Και να πλύνεις τα πιάτα στο νεροχύτη --
Αλλά σταμάτησες ποτέ να σκεφτείς,
Να αναρωτηθείς τι ακριβώς
Κάνει αυτό στο αγαπημένο σου βλαστάρι;
ΣΑΠΊΖΕΙ ΤΗΝ ΛΟΓΙΚΉ ΣΤΟ ΜΥΑΛΌ!
ΣΚΟΤΏΝΕΙ ΤΗ ΦΑΝΤΑΣΊΑ!
ΠΝΊΓΕΙ ΚΑΙ ΓΕΜΊΖΕΙ ΤΟ ΚΕΦΆΛΙ!
ΑΠΟΒΛΑΚΏΝΕΙ ΚΑΙ ΤΥΦΛΏΝΕΙ ΤΟ ΠΑΙΔΊ
ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΊ ΠΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΉΣΕΙ
ΜΙΑ ΦΑΝΤΑΣΊΑ, ΜΙΑ ΝΕΡΑΪΔΟΧΏΡΑ!
Ο ΕΓΚΈΦΑΛΟΣ ΤΟΥ ΓΊΝΕΤΑΙ ΣΑΝ ΜΑΛΑΚΌ ΤΥΡΊ!
ΟΙ ΔΥΝΆΜΕΙΣ ΤΗΣ ΣΚΈΨΗΣ ΤΟΥ ΣΚΟΥΡΙΆΖΟΥΝ ΚΑΙ ΠΑΓΏΝΟΥΝ!
ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΊ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΊ - ΜΌΝΟ ΝΑ ΔΕΙ!
"Εντάξει!" θα φωνάξεις. "Εντάξει!" θα πεις,
"Αλλά αν του πάρουμε την τηλεόραση,
Τι πρέπει να κάνουμε για να ψυχαγωγήσουμε
Το αγαπημένο μας παιδί; Παρακαλώ εξήγησε!"
Θα σου απαντήσουμε ρωτώντας σε,
"Τι συνήθιζαν να κάνουν παλιότερα τα αγαπημένα;
Πως συνήθιζαν να κρατάν τους εαυτούς τους ικανοποιημένους
Πριν εφευρεθεί αυτό το τέρας;"
Έχεις ξεχάσει; Δεν γνωρίζεις;
Θα το πούμε πολύ δυνατά και αργά:
ΣΥΝΉΘΙΖΑΝ ... ΝΑ ... ΔΙΑΒΆΖΟΥΝ! ΔΙΆΒΑΖΑΝ και ΔΙΆΒΑΖΑΝ
ΚΑΙ ΔΙΆΒΑΖΑΝ και ΔΙΆΒΑΖΑΝ και μετά
ΔΙΆΒΑΖΑΝ κι άλλο. Τον Μεγάλο Scott! Έκπληξη!
Η μισή ζωή τους ήταν να διαβάζουν βιβλία!
Τα ράφια των δωματίων τους είχαν βιβλία εν αφθονία!
Τα βιβλία στοιβάζονταν στο πάτωμα των δωματίων τους!
Και στην κρεβατοκάμαρα, δίπλα στο κρεβάτι,
Άλλα βιβλία περίμεναν να διαβαστούν!
Τόσο θαυμαστές, τέλειες, φανταστικές ιστορίες
Για δράκους, γύφτισσες, βασίλισσες και φάλαινες
Και νησιά με θησαυρούς, και μακρινές παραλίες
Όπου λαθρέμποροι κωπηλατούσαν σιγανά,
Και πειρατές φορούσαν μοβ βράκες,
Και πλοία που αρμένιζαν και ελέφαντες, 
Και κανίβαλοι έσκυβαν στην κατσαρόλα,
Ανακατεύοντας κάτι που άχνιζε.
(Μυρίζει τόσο ωραία, τι μπορεί να είναι;
Παναγιά μου, είναι η Πηνελόπη.)
...
Ω, βιβλία, τι βιβλία ξέρανε,
αυτά τα παιδιά που ζούσαν τόσο παλιά!
Λοιπόν παρακαλώ, παρακαλούμε, ικετεύουμε, προσευχόμαστε,
Πετάξτε την τηλεόραση,
Και στη θέση της μπορείτε να βάλετε
Μια όμορφη βιβλιοθήκη στον τοίχο.
Μετά γεμίστε τα ράφια με πολλά βιβλία,
Αγνοώντας την βρώμικη εμφάνιση,
Τις φωνές και τα ξεφωνητά, τα δαγκώματα και τις κλωτσιές,
Και τα παιδιά που σε χτυπάνε με ραβδιά-
Μην φοβάστε, επειδή σας υποσχόμαστε
Ότι, σε μία με δύο εβδομάδες
Που δεν θα έχουν κάτι άλλο να κάνουν,
Θα αρχίσουν να νιώθουν την ανάγκη
να έχουν κάτι να διαβάσουν.
Και μόλις αρχίσουν - πω, πω!
Θα βλέπεις  την ευτυχία να αυξάνεται σιγά-σιγά
Και να γεμίζει τις καρδιές τους. Θα αναπτυχθούν τόσο έντονα
Που θα απορούν τι έβρισκαν και έβλεπαν
Σ' αυτήν την γελοία μηχανή,
Αυτή την εμετική, ανατριχιαστική,  ακάθαρτη
Αποκρουστική οθόνη τηλεόρασης!
Και αργότερα, κάθε ένα παιδί
Θα σας αγαπάει περισσότερο για αυτό που κάνατε.



TELEVISION

The most important thing we've learned,
So far as children are concerned,
Is never, NEVER, NEVER let
Them near your television set --
Or better still, just don't install
The idiotic thing at all.
In almost every house we've been,
We've watched them gaping at the screen.
They loll and slop and lounge about,
And stare until their eyes pop out.
(Last week in someone's place we saw
A dozen eyeballs on the floor.)
They sit and stare and stare and sit
Until they're hypnotised by it,
Until they're absolutely drunk
With all that shocking ghastly junk.
Oh yes, we know it keeps them still,
They don't climb out the window sill,
They never fight or kick or punch,
They leave you free to cook the lunch
And wash the dishes in the sink --
But did you ever stop to think,
To wonder just exactly what
This does to your beloved tot?
IT ROTS THE SENSE IN THE HEAD!
IT KILLS IMAGINATION DEAD!
IT CLOGS AND CLUTTERS UP THE MIND!
IT MAKES A CHILD SO DULL AND BLIND
HE CAN NO LONGER UNDERSTAND
A FANTASY, A FAIRYLAND!
HIS BRAIN BECOMES AS SOFT AS CHEESE!
HIS POWERS OF THINKING RUST AND FREEZE!
HE CANNOT THINK -- HE ONLY SEES!
'All right!' you'll cry. 'All right!' you'll say,
'But if we take the set away,
What shall we do to entertain
Our darling children? Please explain!'
We'll answer this by asking you,
'What used the darling ones to do?
'How used they keep themselves contented
Before this monster was invented?'
Have you forgotten? Don't you know?
We'll say it very loud and slow:
THEY ... USED ... TO ... READ! They'd READ and READ,
AND READ and READ, and then proceed
To READ some more. Great Scott! Gadzooks!
One half their lives was reading books!
The nursery shelves held books galore!
Books cluttered up the nursery floor!
And in the bedroom, by the bed,
More books were waiting to be read!
Such wondrous, fine, fantastic tales
Of dragons, gypsies, queens, and whales
And treasure isles, and distant shores
Where smugglers rowed with muffled oars,
And pirates wearing purple pants,
And sailing ships and elephants,
And cannibals crouching 'round the pot,
Stirring away at something hot.
(It smells so good, what can it be?
Good gracious, it's Penelope.)
The younger ones had Beatrix Potter
With Mr. Tod, the dirty rotter,
And Squirrel Nutkin, Pigling Bland,
And Mrs. Tiggy-Winkle and-
Just How The Camel Got His Hump,
And How the Monkey Lost His Rump,
And Mr. Toad, and bless my soul,
There's Mr. Rate and Mr. Mole-
Oh, books, what books they used to know,
Those children living long ago!
So please, oh please, we beg, we pray,
Go throw your TV set away,
And in its place you can install
A lovely bookshelf on the wall.
Then fill the shelves with lots of books,
Ignoring all the dirty looks,
The screams and yells, the bites and kicks,
And children hitting you with sticks-
Fear not, because we promise you
That, in about a week or two
Of having nothing else to do,
They'll now begin to feel the need
Of having something to read.
And once they start -- oh boy, oh boy!
You watch the slowly growing joy
That fills their hearts. They'll grow so keen
They'll wonder what they'd ever seen
In that ridiculous machine,
That nauseating, foul, unclean,
Repulsive television screen!
And later, each and every kid
Will love you more for what you did.

Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

Κούφιοι Άνθρωποι

 T. S. Eliot

είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι,
οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι
σκύβοντας μαζί
κεφαλοκαύκι γεμισμένο άχυρο. Aλίμονο!
οι στεγνές φωνές μας όταν
ψιθυρίζουμε μαζί
είναι ήσυχες κι ανόητες
σαν άνεμος σε ξερό χορτάρι
ή πόδια ποντικών σε σπασμένο γυαλί
στο ξερό μας κελάρι

σχήμα χωρίς μορφή, σκιά χωρίς χρώμα,

παραλυμένη δύναμη, χειρονομία χωρίς κίνηση

αυτοί που πέρασαν

με ολόισια μάτια, στου θανάτου το άλλο βασίλειο
μας θυμούνται -αν καθόλου μας θυμούνται-
σαν κούφιους ανθρώπους
σα βαλσαμωμένους

μάτια δεν τολμώ να δω στα όνειρα

στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
αυτά δεν εμφανίζονται εκεί:
τα μάτια είναι
ηλιόφως σε μια σπασμένη κολώνα
εκεί, είναι ένα δέντρο χορεύοντας
και φωνές
στου ανέμου το τραγούδισμα
πιο μακρινές και πιο τελεστικές
από ένα μαραμένο αστέρι

ας είμαι όχι πιο κοντά

στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
ας φορέσω επίσης
τις μεταμφιέσεις
αρουραίου τρίχωμα, κοράκου δέρμα, κουρελούδες
σ' έναν αγρό
φερόμενος όπως φέρεται ο άνεμος
όχι πιο κοντά

όχι αυτή την τελική συνάντηση

στου λυκόφωτος το βασίλειο

αυτή είναι η νεκρή χώρα

αυτή είναι του κάκτου η χώρα
εδώ τα πέτρινα είδωλα
σηκώνονται, εδώ λαμβάνουν
την ικεσία ενός χεριού νεκρού ανθρώπου
κάτω απ' το σπίθισμα σβησμένου άστρου

αυτό είναι σαν αυτό

στου θανάτου το άλλο βασίλειο
ξυπνώντας μόνοι
την ώρα που είμαστε
τρέμοντας με τρυφερότητα
χείλη που θα φιλούσαν
κάνουν προσευχές σε τσακισμένες πέτρες

αόμματοι

αν δεν τα μάτια μας ξαναφανούν
όπως το αέναο άστρο
του πολύφυλλου ρόδου
στου θανάτου το λυκοφωτικό βασίλειο
η ελπίδα μόνο
των κενών ανθρώπων
των άδειων ανθρώπων

μεταξύ ιδέας

και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης
και δράσης
πέφτει η σκιά

μεταξύ αντίληψης

και δημιουργίας
πέφτει η σκιά

η ζωή είναι πολύ μακριά


μεταξύ πόθου

και σπασμού
μεταξύ δύναμης
και ύπαρξης
μεταξύ ουσίας
και πτώσης
πέφτει η σκιά
γιατί δικό σου είναι το βασίλειο

γιατί δική σου είναι η ζωή

γιατί η ζωή σου είναι δική σου
δική σου

αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος

όχι μ' ένα πάταγο αλλά μ' ένα λυγμό

Μετάφραση: Ωχρά Σπειροχαίτη

A penny for the Old Guy


I


We are the hollow men
We are the stuffed men
Leaning together
Headpiece filled with straw. Alas!
Our dried voices, when
We whisper together
Are quiet and meaningless
As wind in dry grass
Or rats' feet over broken glass
In our dry cellar

Shape without form, shade without colour,
Paralysed force, gesture without motion;

Those who have crossed
With direct eyes, to death's other Kingdom
Remember us -- if at all -- not as lost
Violent souls, but only
As the hollow men
The stuffed men.


II


Eyes I dare not meet in dreams
In death's dream kingdom
These do not appear:
There, the eyes are
Sunlight on a broken column
There, is a tree swinging
And voices are
In the wind's singing
More distant and more solemn
Than a fading star.

Let me be no nearer
In death's dream kingdom
Let me also wear
Such deliberate disguises
Rat's coat, crowskin, crossed staves
In a field
Behaving as the wind behaves
No nearer --

Not that final meeting
In the twilight kingdom


III


This is the dead land
This is cactus land
Here the stone images
Are raised, here they receive
The supplication of a dead man's hand
Under the twinkle of a fading star.

Is it like this
In death's other kingdom
Waking alone
At the hour when we are
Trembling with tenderness
Lips that would kiss
Form prayers to broken stone.


IV


The eyes are not here
There are no eyes here
In this valley of dying stars
In this hollow valley
This broken jaw of our lost kingdoms

In this last of meeting places
We grope together
And avoid speech
Gathered on this beach of the tumid river

Sightless, unless
The eyes reappear
As the perpetual star
Multifoliate rose
Of death's twilight kingdom
The hope only
Of empty men.


V


Here we go round the prickly pear
Prickly pear prickly pear
Here we go round the prickly pear
At five o'clock in the morning.

Between the idea
And the reality
Between the motion
And the act
Falls the Shadow

For Thine is the Kingdom

Between the conception
And the creation
Between the emotion
And the response
Falls the Shadow


Life is very long

Between the desire
And the spasm
Between the potency
And the existence
Between the essence
And the descent
Falls the Shadow

For Thine is the Kingdom


For Thine is
Life is
For Thine is the

This is the way the world ends
This is the way the world ends
This is the way the world ends
Not with a bang but a whimper.

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Λακωνικόν



Ο καημός του θανάτου τόσο με πυρπόλησε, 
που η λάμψη μου 
επέστρεψε στον ήλιο.

Κείνος με πέμπει τώρα μέσα στην τέλεια σύνταξη 
της πέτρας και του αιθέρος.

Λοιπόν, αυτός που γύρευα, ε ί μ α ι.


Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο 
Χειμώνα ελάχιστε.

Η ζωή καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς


Και στη νύχτα μέσα των αφρόνων μ' ένα μικρό τριζόνι
κατακυρώνει πάλι το νόμιμο του Ανέλπιστου. 

Από τη συλλογή Έξη και μία τύψεις για τον ουρανό (1960)

Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

ΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ

  Αναστάσιος-Παντελεήμων Λειβαδίτης (20 Απριλίου 1922 -30 Οκτωβρίου 1988)
 
Αν άρχιζε ο Θεός μια μέρα να μετράει όσα έφτιαξε,
άστρα, πουλιά, σπόρους, βροχές, μητέρες, λόφους,
θα τέλειωνε ίσως κάποτε. Εγώ κάθομαι εδώ, ολομόναχος,
μέσα σε τούτο το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,
και μετράω τα σφάλματα που έκανα, τις μάχες που έδωσα,
τις δίψες, τις παραχωρήσεις,
μετράω τις κακίες μου, κάποτε θαυμαστές, τις καλοσύνες μου
συχνά επηρμένες, μετράω, μετράω, δίχως ποτέ μου
να τελειώνω ― α, εσείς,
εσείς ταπεινώσεις, αλτήρες της ψυχής μου,
βαθύ, θρεπτικό ψωμί, αιώνιε πόνε μου,
όλη η δροσιά του μέλλοντος τραγουδάει μες στις κλειδώσεις μου
την ίδια ώρα που μου στρίβει το λαρύγγι η πείνα χιλιάδων
φτωχών προγόνων,
κι ω ήττες, συντρόφισσές μου, που μέσα σε μια στιγμή
με λυτρώσατε απ’ τους αιώνιους φόβους της ήττας.
Είμαι κι εγώ ένας Θεός μες στο δικό του σύμπαν, σε τούτο
το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,
ένα σύμπαν ανεξιχνίαστο κι ανεξάντλητο κι απρόβλεπτο,
ένας Θεός καθόλου αθάνατος,
γι’ αυτό και τρέμοντας από έρωτα για κάθε συγκλονιστική
κι ανεπανάληπτη στιγμή του.


ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ “ΠΟΙΗΣΗ Α΄” 
Από το ιστολόγιο του Γ. Σαρρή μαζί με μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Με αφορμή την ημέρα του θανάτου ενός από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές, του Τάσου Λειβαδίτη.

Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

Αυτό θέλω να τους πω


Αναρωτιέμαι: γιατί να συζητάω μαζί τους;
Ψωνίζουν τη γνώση για να την πουλήσουν.
Θέλουν να μάθουν πού υπάρχει γνώση φτηνή
Που να μπορούνε ακριβά να την πουλήσουν. 
Γιατί να ενδιαφερθούν να γνωρίσουν ό,τι
ενάντια στην αγοραπωλησία μιλάει;
Θέλουνε να νικήσουν.
Στη νίκη ενάντια τίποτα δε θέλουνε να ξέρουν.
Δε θέλουνε άλλοι να τους καταπιέζουν,
Θέλουνε να καταπιέζουν οι ίδιοι.
Δε θέλουνε την πρόοδο.
Θέλουνε την υπεροχή.
Πειθαρχούν σ' όποιον
τους υπόσχεται πως θα μπορούνε να διατάζουν.
Θυσιάζονται
για να μπορέσει να μείνει όρθιος ο βωμός της θυσίας.
Τι να τους πω, σκέφτηκα. 
Αυτό θέλω να τους πω, αποφάσισα.

Πέμπτη, 7 Οκτωβρίου 2010

Δύο Είδη Νοημοσύνης

 
Δύο Είδη Νοημοσύνης

Υπάρχουν δύο είδη νοημοσύνης: Η μία αποκτιέται
όταν το παιδί στο σχολείο αποστηθίζει γεγονότα και ιδέες
από βιβλία και από αυτά που λέει ο δάσκαλος,
μαζεύοντας πληροφορίες από τις παραδοσιακές επιστήμες
καθώς και από νέες επιστήμες.

Με τέτοια νοημοσύνη ανατέλλεις στον κόσμο.
Κατατάσσεσαι μπροστά ή πίσω από άλλους
ανάλογα με την ικανότητα σου στο να παρακρατάς
πληροφορίες. Κάνεις τη βόλτα σου με  αυτή τη νοημοσύνη
μέσα και έξω από πεδία της γνώσης, παίρνοντας πάντα περισσότερες
σημειώσεις πάνω στις διατηρημένες σου πλάκες.

Υπάρχει ένα άλλο είδος πλάκας, ένα είδος
ήδη ολοκληρωμένο και διατηρημένο μέσα σου.
Μια πηγή που πλημμυρίζει την δεξαμενή της. Μια φρεσκάδα
στο κέντρο του στήθους. Αυτή η άλλη νοημοσύνη
δεν ωχριά ούτε λιμνάζει. Είναι υγρό,
και δεν κινείται από έξω προς τα μέσα
μέσω υδραυλικών αγωγών μάθησης.

Αυτή η δεύτερη γνώση είναι ένα συντριβάνι
από μέσα σου, κινούμενο προς τα έξω.


Two Kinds of Intelligence

There are two kinds of intelligence: One acquired,
as a child in school memorizes facts and concepts
from books and from what the teacher says,
collecting information from the traditional sciences
as well as from the new sciences.

With such intelligence you rise in the world.
You get ranked ahead or behind others
in regard to your competence in retaining
information. You stroll with this intelligence
in and out of fields of knowledge, getting always more
marks on your preserving tablets.

There is another kind of tablet, one
already completed and preserved inside you.
A spring overflowing its springbox. A freshness
in the center of the chest. This other intelligence
does not turn yellow or stagnate. It's fluid,
and it doesn't move from outside to inside
through the conduits of plumbing-learning.

This second knowing is a fountainhead
from within you, moving out.

Mathnawi IV:1960-1968
Mevlâna Jalâluddîn Rumi 

Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Μη με σταματάς. Ονειρεύομαι.

Κατερίνα Γώγου (1940-1993)


 Μη με σταματάς. Ονειρεύομαι.
Ζήσαμε σκυμμένοι αιώνες αδικίας.
Αιώνες μοναξιάς.
Τώρα μη. Μη με σταματάς.
Τώρα κι εδώ για πάντα και παντού.
Ονειρεύομαι ελευθερία.
Μέσα απ' του καθένα
την πανέμορφη ιδιαιτερότητα
ν' αποκαταστήσουμε
του Σύμπαντος την Αρμονία.
Ας παίξουμε. Η γνώση είναι χαρά.
Δεν είναι επιστράτευση απ' τα σχολεία
Ονειρεύομαι γιατί αγαπώ.
Μεγάλα όνειρα στον ουρανό.
Εργάτες με δικά τους εργοστάσια
συμβάλουν στην παγκόσμια σοκολατοποιία.
Ονειρεύομαι γιατί ΞΕΡΩ και ΜΠΟΡΩ.
Οι τράπεζες γεννάνε τους «ληστές».
Οι φυλακές τους «τρομοκράτες»
Η μοναξιά τους «απροσάρμοστους».
Το προϊόν την «ανάγκη»
Τα σύνορα τους στρατούς
Όλα η ιδιοχτησία.
Βία γεννάει η Βία.
Μη ρωτάς. Μη με σταματάς.
Είναι τώρα ν' αποκαταστήσουμε
του ηθικού δικαίου την υπέρτατη πράξη.
Να κάνουμε ποίημα τη Ζωή.
Και τη Ζωή πράξη.
Είναι ένα όνειρο που μπορώ μπορώ μπορώ
Σ' ΑΓΑΠΩ
και δεν με σταματάς δεν ονειρεύομαι. Ζω.
Απλώνω τα χέρια
στον Ερωτά στην αλληλεγγύη
στην Ελευθερία.
Όσες φορές χρειαστεί κι απ' την αρχή.
Υπερασπίζομαι την ΑΝΑΡΧΙΑ.

Ανέκδοτο ποίημα της Κατερίνας Γώγου. 
Περιλαμβάνεται στο  "Έρωτας Θανάτου" 
Συγγραφέας: Σπυράτου, Αγάπη-Βιργινία
Κατηγορία: Βιογραφίες
Εκδότης: ΒΙΒΛΙΟΠΕΛΑΓΟΣ
Ημερ/νία έκδοσης: 2007
Το torrent για να κατεβάσετε το βιβλίο εδώ

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010


Βάρναλης, Κώστας, 1884-1974

Αν ημπορείς την παλαβή να κάνεις, όταν οι άλλοι
σου κάνουνε το γνωστικό κι όλοι σε λένε φταίχτη,
αν δεν πιστεύεις τίποτα κι άλλοι δε σε πιστεύουν,
αν σχωρνάς όλα τα δικά σου, τίποτα των άλλων,
κι αν το κακό που πας να κάνεις, δεν το αναβάλλεις,
κι αν όσα ψέματα σου λεν με πιότερα απανταίνεις,
κι αν να μισείς ευφραίνεσαι κι όσους δε σε μισούνε
κι αν πάντα τον πολύξερο και τον καλόνε κάνεις.

Αν περπατάς με την κοιλιά κι ονείρατα δεν κάνεις
κι αν να στοχάζεσαι μπορείς μονάχα το ιντερέσο,
το νικημένο αν παρατάς και πάντα διπλαρώνεις
το νικητή, μα και τους δυό ξετσίπωτα προδίνεις,
αν ο τι γράφεις κι ο τι λες, το ξαναλέν κ' οι άλλοι
γι' αληθινό- να παγιδεύουν τον κουτό κοσμάκη,
αν λόγια κ' έργα σου καπνόν ο δυνατός αέρας
τα διαβολοσκορπά και συ ξαναμολάς καινούριον.

Αν όσα κέρδισες μπορείς να τα πληθαίνεις πάντα
και την πατρίδα σου κορώνα γράμματα να παίζεις,
κι αν να πλερώνεις την πεντάρα που χρωστάς αρνιέσαι
και μόνο να πληρώνεσαι σωστό και δίκιο το ' χεις,
αν η καρδιά, τα νεύρα σου κι ο νους σου εν αμαρτίαις
γεράσανε κι όμως εσύ τα στύβεις ν' αποδίδουν,
αν στέκεις πάντα δίβουλος και πάντα σου σκυμμένος
κι αν όταν φωνάζουν οι άλλοι «εμπρός»! εσύ φωνάζεις «πίσω»!

Αν στην πλεμπάγια να μιλάει αρνιέται η αρετή σου
κι όταν ζυγώνεις δυνατούς, στα δυό λυγάς τη μέση
κι αν μήτε φίλους μήτε εχθρούς ποτέ σου λογαριάζεις
και κάνεις πως τους αγαπάς, αλλά ποτέ κανέναν,
αν δεν αφήνεις ευκαιρία κάπου να κακοβάνεις
και μόνο, αν κάνεις το κακό, η ψυχή σου γαληνεύει,
δικιά σου θά ναι τούτ' η Γης μ' όλα τα κάλλη πού χει
κ' έξοχος θά σαι Κύριος, αλλ' Ανθρωπος δε θά σαι.

παρωδία του Αν του Κίπνινγκ που έγραψε ο Κώστας Βάρναλης.
Ευχαριστώ τον Delta που μου το έκανε γνωστό.

Πέμπτη, 9 Σεπτεμβρίου 2010

The Seven Selves / Οι Εφτά Εαυτοί



Οι Εφτά Εαυτοί

Στην πιο ήσυχη ώρα της νύχτας, καθώς ήμουν ξαπλωμένος και μισοκοιμισμένος, οι εφτά εαυτοί μου κάθισαν μαζί και έτσι κουβέντιαζαν ψιθυριστά.  

Ο Πρώτος Εαυτός: 
Εδώ, σε αυτόν τον τρελό, κατοίκισα όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς να κάνω τίποτα παρά να ανανεώνω τον πόνο του την ημέρα και να ξαναδημιουργώ την θλίψη του τη νύχτα. Δεν μπορώ να αντέξω άλλο την μοίρα μου, και τώρα επαναστατώ.

Ο Δεύτερος Εαυτός: 
Η δικιά σου μοίρα είναι καλύτερη από την δικιά μου, αδελφέ, γιατί μου δόθηκε να είμαι ο χαρούμενος εαυτός αυτού του τρελού. Γελώ το γέλιο του και τραγουδώ τις χαρούμενες ώρες του, και με τριπλο-φτερωμένα πόδια χορεύω τις φωτεινότερες σκέψεις του. Εγώ θα έπρεπε να επαναστατήσω ενάντια στην κουρασμένη μου ύπαρξη.

Ο Τρίτος Εαυτός: 
Και εγώ ο από αγάπη κυριαρχούμενος εαυτός, ο φλεγόμενος πυρσός του αχαλίνωτου πάθους και των φανταστικών επιθυμιών; Εγώ ο αρρωστημένος από αγάπη εαυτός είμαι που θα έπρεπε να επαναστατήσει εναντίον αυτού του τρελού.

Ο Τέταρτος Εαυτός: 
Εγώ, απ' όλους εσάς, είμαι ο πιο δυστυχισμένος, γιατί τίποτα δεν μου δόθηκε εκτός από απεχθές μίσος και καταστροφική αηδία. Εγώ είμαι, ο θυελλώδης εαυτός που γεννήθηκα στης μαύρες σπηλιές της Κόλασης, αυτός που θα έπρεπε να διαμαρτυρηθεί και να μην υπηρετεί αυτόν τον τρελό.

Ο Πέμπτος Εαυτός: 
Όχι, εγώ είμαι, ο σκεπτόμενος εαυτός, ο φαντασιόπληκτος εαυτός, ο εαυτός της πείνας και της δίψας, αυτός που είναι καταδικασμένος να τριγυρνά χωρίς ξεκούραση ψάχνοντας άγνωστα και όχι ακόμα δημιουργημένα πράγματα· εγώ είμαι, όχι εσείς, αυτός που θα έπρεπε να επαναστατήσω.

Ο Έκτος Εαυτός: 
Και εγώ, ο εργαζόμενος εαυτός, ο θλιβερός εργάτης, που με υπομονετικά χέρια και γεμάτα λαχτάρα μάτια, κάνω τις ημέρες εικόνες και δίνω νέες και αιώνιες μορφές στα άμορφα στοιχεία - εγώ είμαι, ο μοναχικός, αυτός που θα έπρεπε να επαναστατήσω ενάντια σ' αυτόν τον ανήσυχο τρελό.

Ο Έβδομος Εαυτός:  
Πόσο περίεργο που όλοι σας θα έπρεπε να επαναστατήσετε ενάντια σ' αυτόν τον άνθρωπο, επειδή ο καθένας σας έχει μια προκαθορισμένη μοίρα να εκπληρώσει. Α! να μπορούσα να ήμουν σαν κάποιον από εσάς, ένας εαυτός με προαποφασισμένη μοίρα! Αλλά δεν έχω καμία, είμαι ο κάνω-τίποτα εαυτός, αυτός που κάθεται στο άλαλο, κενό τίποτα και ποτέ, ενώ εσείς είστε απασχολημένοι να ξαναδημιουργείτε ζωή. Εσείς είστε ή εγώ, γείτονες, που θα έπρεπε να επαναστατήσω;

Όταν ο έβδομος εαυτός μίλησε έτσι, οι άλλοι έξι τον κοίταξαν με οίκτο και δεν είπαν τίποτα άλλο· και καθώς η νύχτα πύκνωνε ο ένας μετά τον άλλο έπεσαν για ύπνο τυλιγμένοι σε μια νέα και χαρούμενη υποταγή.

Αλλά ο έβδομος εαυτός παρέμεινε να κοιτά και να παρατηρεί το τίποτα, το οποίο βρίσκεται πίσω απ' όλα τα πράγματα. 

 - "Ο Τρελός"



The Seven Selves

In the stillest hour of the night, as I lay half asleep, my seven selves sat together and thus conversed in whisper:

First Self: Here, in this madman, I have dwelt all these years, with naught to do but renew his pain by day and recreate his sorrow by night. I can bear my fate no longer, and now I rebel.

Second Self: Yours is a better lot than mine, brother, for it is given to me to be this madman's joyous self. I laugh his laughter and sing his happy hours, and with thrice winged feet I dance his brighter thoughts. It is I that would rebel against my weary existence.

Third Self: And what of me, the love-ridden self, the flaming brand of wild passion and fantastic desires? It is I the love-sick self who would rebel against this madman.

Fourth Self: I, amongst you all, am the most miserable, for naught was given me but odious hatred and destructive loathing. It is I, the tempest-like self, the one born in the black caves of Hell, who would protest against serving this madman.

Fifth Self: Nay, it is I, the thinking self, the fanciful self, the self of hunger and thirst, the one doomed to wander without rest in search of unknown things and things not yet created; it is I, not you, who would rebel.

Sixth Self: And I, the working self, the pitiful labourer, who, with patient hands, and longing eyes, fashion the days into images and give the formless elements new and eternal forms-it is I, the solitary one, who would rebel against this restless madman.


Seventh Self: How strange that you all would rebel against this man, because each and every one of you has a preordained fate to fulfil. Ah! could I but be like one of you, a self with a determined lot! But I have none, I am the do-nothing self, the one who sits in the dumb, empty nowhere and nowhen, while you are busy re-creating life. Is it you or I, neighbours, who should rebel?

When the seventh self thus spake the other six selves looked with pity upon him but said nothing more; and as the night grew deeper one after the other went to sleep enfolded with a new and happy submission.

But the seventh self remained watching and gazing at nothingness, which is behind all things. 


 - "The Madman"

ΥΓ. Ξέρω ότι δεν είναι ποίημα αλλά ο Κ. Gibran είναι Ποιητής...

Εγγραφή μέσω email

Enter your email address:

Εγγραφή μέσω reader

Blog Widget by LinkWithin