Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

It's Alright, Ma (I'm Only Bleeding)

Darkness at the break of noon
Shadows even the silver spoon
The handmade blade, the child’s balloon
Eclipses both the sun and moon
To understand you know too soon
There is no sense in trying.

Pointed threats, they bluff with scorn
Suicide remarks are torn
From the fool’s gold mouthpiece the hollow horn
Plays wasted words, proves to warn
That he not busy being born is busy dying.

Temptation’s page flies out the door
You follow, find yourself at war
Watch waterfalls of pity roar
You feel to moan but unlike before
You discover that you’d just be one more
Person crying.

So don’t fear if you hear
A foreign sound to your ear
It’s alright, Ma, I’m only sighing.

As some warn victory, some downfall
Private reasons great or small
Can be seen in the eyes of those that call
To make all that should be killed to crawl
While others say don’t hate nothing at all
Except hatred.

Disillusioned words like bullets bark
As human gods aim for their mark
Make everything from toy guns that spark
To flesh-colored Christs that glow in the dark
It’s easy to see without looking too far
That not much is really sacred.

While preachers preach of evil fates
Teachers teach that knowledge waits
Can lead to hundred-dollar plates
Goodness hides behind its gates
But even the president of the United States
Sometimes must have to stand naked.

An’ though the rules of the road have been lodged
It’s only people’s games that you got to dodge
And it’s alright, Ma, I can make it.

Advertising signs they con
You into thinking you’re the one
That can do what’s never been done
That can win what’s never been won
Meantime life outside goes on
All around you.

You lose yourself, you reappear
You suddenly find you got nothing to fear
Alone you stand with nobody near
When a trembling distant voice, unclear
Startles your sleeping ears to hear
That somebody thinks they really found you.

A question in your nerves is lit
Yet you know there is no answer fit
To satisfy, insure you not to quit
To keep it in your mind and not forget
That it is not he or she or them or it
That you belong to.

Although the masters make the rules
For the wise men and the fools
I got nothing, Ma, to live up to.

For them that must obey authority
That they do not respect in any degree
Who despise their jobs, their destinies
Speak jealously of them that are free
Cultivate their flowers to be
Nothing more than something they invest in.

While some on principles baptized
To strict party platform ties
Social clubs in drag disguise
Outsiders they can freely criticize
Tell nothing except who to idolize
And then say God bless him.

While one who sings with his tongue on fire
Gargles in the rat race choir
Bent out of shape from society’s pliers
Cares not to come up any higher
But rather get you down in the hole
That he’s in.

But I mean no harm nor put fault
On anyone that lives in a vault
But it’s alright, Ma, if I can’t please him.

Old lady judges watch people in pairs
Limited in sex, they dare
To push fake morals, insult and stare
While money doesn’t talk, it swears
Obscenity, who really cares
Propaganda, all is phony.

While them that defend what they cannot see
With a killer’s pride, security
It blows the minds most bitterly
For them that think death’s honesty
Won’t fall upon them naturally
Life sometimes must get lonely.

My eyes collide head-on with stuffed
Graveyards, false gods, I scuff
At pettiness which plays so rough
Walk upside-down inside handcuffs
Kick my legs to crash it off
Say okay, I have had enough
What else can you show me?

And if my thought-dreams could be seen
They’d probably put my head in a guillotine
But it’s alright, Ma, it’s life, and life only.

Όλα Εντάξει, Μάνα (Αιμορραγώ Μονάχα)

Μες στο καταμεσήμερο πλακώνει σκοτεινιά
Σκιά απλώνει ακόμα και στ' ασημένια πιατικά
Η χειροποίητη λεπίδα, το μπαλόνι του παιδιού
Έκλειψη προκαλούν και του ήλιου και του φεγγαριού
Να σε καταλάβω πιο γρήγορα απ' όσο μπορώ 
Δεν έχει νόημα να προσπαθώ.

Απειλές αιχμηρές εκτοξεύονται με χλευασμό
Αυτόχειρες παρατηρήσεις βγάζουν το σκασμό
Απ' του τρελού το επιστόμιο το χρυσό
Το κούφιο κέρας παίζει λόγια χαμένα
Λόγια που προειδοποιούν απεγνωσμένα
Πως δεν καταπιάνεται με το να μείνει ζωντανός
Μα καταπιάνεται με το να είναι νεκρός.

Σαν μια σελίδα πετάει έξω από την πόρτα ο πειρασμός
Την ακολουθείς, σε πόλεμο μπλέκεσαι ο φτωχός
Βλέπεις πως βρυχώνται του οίκτου οι καταρράκτες
Νιώθεις πως θέλεις να θρηνήσεις
Αλλά αντίθετα από πριν θ' ανακαλύψεις
Πως τώρα πια θ' αλλάξεις
Και θα είσαι, ακόμα ένας
Έτοιμος να κλάψεις.

Έτσι λοιπόν μην φοβηθείς
Αν στο αυτί σου φτάσει
Ένας ξένος ήχος
Όλα εντάξει, εγώ είμαι μονάχα
Που έχω απλώς αναστενάξει.

Κάποιοι προβλέπουν νίκη, κάποιοι συντριβή
Υπάρχουν λόγοι προσωπικοί
Άλλοι σπουδαίοι, άλλοι ποταποί
Στα μάτια αυτών που καλούν μπορείς να δεις
ότι άλλοι να σε σκοτώσεις θέλουν
Και άλλοι να σε κάνουν στο χώμα να συρθείς
Ενώ άλλοι λένε ότι τίποτα εξόν το μίσος
Δεν πρέπει να μισείς.

Λέξεις γυμνές σαν σφαίρες αλυχτούνε
Θεοί ανθρώπινοι σκοπεύουν και χτυπούνε
Κατασκευάζουνε τα πάντα πια
Από πλαστικά οπλοπολυβόλα που σπινθηροβολούνε
Μέχρι πλαστικούς Εσταυρωμένους που στο σκοτάδι λαμποκοπούνε
Δεν είναι δύσκολο να δεις δίχως να κοιτάξεις μακριά
ότι στ' αλήθεια λίγα έχουν μείνει όσια και ιερά.

Ενώ κήρυκες κηρύσσουν για κακές μοίρες
Δάσκαλοι διδάσκουν ότι η γνώση έχει υπομονή
Μπορεί να σε οδηγήσει σε πιατικά που κάνουν χίλιες λίρες
Κι η καλοσύνη λουφάζει πίσω από τις δικές της θύρες
Αλλά ακόμα και ο πρόεδρος των ΗΠΑ ο τρανός
Καμιά φορά πρέπει να στέκεται γυμνός.

Και μ' όλο που του δρόμου οι νόμοι έχουν καθιερωθεί
Είναι μονάχα τα τεχνάσματα των ανθρώπων
Που πρέπει να αποφύγουν οι δικοί σου ελιγμοί
Και όλα εντάξει, κανείς να μην ανησυχεί
Θα τα καταφέρω εγώ μια και καλή.

Έρχονται να σ' εξαπατήσουν οι διαφημίσεις
Πως είσαι ένας και μοναδικός να νομίσεις
Ότι μπορείς να κάνεις ό,τι κανείς δεν μπόρεσε ως τώρα
Ότι καθετί μπορείς να νικήσεις με τη δική σου φόρα
Στο μεταξύ, εσύ χαμένος στην ευκολία
Και η ζωή ν' αλλάζει κι εσύ να είσαι η λεία.

Χάνεσαι, ξαναγυρίζεις, να' σαι
Και νιώθεις ξαφνικά ότι τίποτε δεν έχεις να φοβάσαι
Στέκεις μόνος και κανείς δεν είν' κοντά
Όταν μια τρεμάμενη φωνή, ακούγεται μα όχι καθαρά
Κι αιφνιδιάζει τα κοιμισμένα σου αυτιά
Και λέει ότι σε βρήκανε ξανά.

Μια ερώτηση τα νεύρα σου τραντάζει
Μα ξέρεις, δεν βρίσκεται απάντηση να ταιριάζει
Να σε ικανοποιήσει
Πως δεν τα παρατάς και πάλι να σε πείσει
Να μείνει μέσα σου και το μυαλό σου να μη λησμονήσει
Πως από καιρό, από πολύ καιρό
Δεν ανήκεις μήτε σ' αυτήν μήτε σ' αυτόν μήτε σ' αυτό.

Μ' όλο που οι αφέντες φτιάχνουν τους κανόνες
Και για τον σοφό και για τον τρελό
Δεν έχω τίποτε, στους δρόμους, στους λειμώνες
Και εγώ για ν' ανταποκριθώ

Γι' αυτούς που υπακούνε σε κάθε εξουσία
Ο έντιμος ο σεβασμός δεν έχει καμία σημασία
Περισφρονούν τη μοίρα τους, την ίδια τους την εργασία
Αυτοί μιλάν με ζήλια για όσους ζουν μ' ελευθερία
Αυτοί είναι ικανοί τα λουλούδια να φροντίσουν
Μόνο και μόνο για να 'χουν κάτι να πουλήσουν.

Κάποιοι είναι βαφτισμένοι σε αρχές
Σε κομμάτων αυστηρές επιταγές
Σε μεταμφιεσμένες λέσχες κοινωνικές
Κι όσους είναι στην απέξω άγρια επικρίνουν
Και η ελευθερία τούς κάνει να τα χάνουν
Άλλο δεν συζητάν παρά ποιον είδωλο να κάνουν
Γι' αυτό κινούνε ουρανό και γη
Αυτόν παρακαλάνε τον Θεό να τον ευλογεί.

Κάποιος που η φωτιά τη γλώσσα του τσουρουφλίζει
Στην άθλια χορωδία γαργαρίζει
Της κοινωνίας οι τανάλιες τον έχουνε παραμορφώσει πια
Και αυτός διόλου δεν νοιάζεται ν' ανέβει στα ψηλά
Αλλά μάλλον εσένα να τραβήξει χαμηλά
Σε μια τρύπα φοβερή
Όπου εκεί έχει χωθεί.

Μα δεν έχω τίποτα εναντίον μήτε θέλω να κατηγορήσω
Όποιον σ' ένα κελάρι κατοικεί
Δικιά του είν' η ζωή
Κι είναι εντάξει, ακόμα κι αν δεν μπορώ να τον ευχαριστήσω.

Γριές δικαστίνες τα ζευγάρια παρακολουθούν 
Που τον έρωτα πια να απολάυσουν δεν μπορούν
Κίβδηλα ήθη διαλαλούν
Προσβολές, άγριες βλοσυρές ματιές
Ενώ το χρήμα δεν μιλάει
Το χρήμα βλαστημάει
Αισχρότητα, ναι, μα ποιος νοιάζεται στ' αλήθεια
Όλα προπαγάνδα, ελεεινή συνήθεια.

Άλλοι υπερασπίζονται αυτό που να δουνε δεν μπορούν
Ενός φονιά την περηφάνια, απορούν
Ασφάλεια ζητάνε μανιακά
Μα μυαλά τινάζονται στον αέρα πικρά
Γι' αυτούς που θαρρούν πως του θανάτου η σφυριά
Η έντιμη κατραπακιά
Δεν θα έρθει να τους χτυπήσει φυσικά
Της ζωής τα δευτερόλεπτα καμιά φορά
Θα πρέπει να είναι πολύ μοναχικά.

Τα μάτια μου συγκρούονται μετωπικά
Με παραγεμισμένα νεκροταφεία, φριχτά
Με ψεύτικους θεούς, και σέρνομαι ξανά
Στης μικροψυχίας τα σκοτεινά στενά
Πασχίζω από χειροπέδες νοερές ν' απαλλαγώ
Λέω φτάνει, την κοπανάω από δω
Το έχω δει το έργο ξανά εγώ.

Αν μπορούσαν να δουν τα όνειρα μου όλα
Και στις σκέψεις μου, θα μ' έστελναν στην καρμανιόλα
Αλλά εντάξει, τι μπορεί κανείς να πει
Εντάξει, λέω, αυτή και όχι άλλη είν' η ζωή.

Μετάφραση: Γιώργος - Ίκαρος Μπαμπασάκης (Εκδόσεις Ιανός)

Κυριακή, 14 Μαρτίου 2010

Αιώνας εμπορίου

H προσφορά κι η ζήτηση ρυθμίζουνε την κοινωνία
έλεγε ο μεγάλος αδερφός μου Mαρξ. Ένα μικρό, ανήθικο
κάθε χειρονομία, κάθε λέξη, κι η πιο κρυφή σου σκέψη ακόμα,
μεγάλα λόγια στις γωνιές των δρόμων, οι ρήτορες σαν τους
διαφημίζοντας όνειρα για μελλοντικές κληρώσεις
τα αισθήματα στο Xρηματιστήριο, στα λογιστικά βιβλία
δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση,
ισολογισμοί, εκπρόθεσμες συναλλαγματικές, μετοχές,
κι ας κλαίει αυτή η γυναίκα στο δρόμο, τί σημασία έχει;
«ζούμε σε μια μεγάλη εποχή», οι παπαγάλοι δεν κάνουν
ποτέ απεργία
μικροί, ανάπηροι μισθοί αγορασμένοι με νεκρές
γνώση αβέβαιη, πληρωμένη μ’ όλη τη βέβαιη νιότη σου,
βρέχει νομίσματα, οι άνθρωποι τρέχουν σαν τρελοί να τα
νομίσματα όλων των εποχών, ελληνικά, ρωμαϊκά, της Bαβυλώνας,
δολάρια ασημένια
η βροχή είναι πυκνή, ανελέητη, πολλοί σκοτώνονται
πλανόδιοι έμποροι αγοράζουνε τα πτώματα ― θα χρειαστούν
σαν ανεξόφλητες αποδείξεις της «μεγάλης μας εποχής»,
κι αυτούς τους λίγους στίχους χρειάστηκε ένα ολόκληρο
θησαυροφυλάκιο πόνου, για να τους αποσπάσω
απ’ τη φιλάργυρη αιωνιότητα, σαν τοκογλύφοι οι μέρες μας
μάς κλέβουν τη ζωή, τί ζέστη, θε μου, κι όμως βρέχει,
τί καιρός, μα δε θα μου τη σκάσετε εμένα, κύριοι,
είμαι ιδιοφυία στο είδος σας, πίστωση, χρέωση,
ο Pοκφέλλερ άρχισε
πουλώντας καρφίτσες. Θα χτίσω, λοιπόν, κι εγώ ένα μεγάλο
προστατευτικό σπίτι
με τις πέτρες που μου ρίξατε
σ’ όλη τη ζωή μου.

Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε

Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε.
Απ' αυτό βγάζω το συμπέρασμα πως είσαστε εκατομμυριούχοι.
Το μέλλον σας είναι σιγουρεμένο - το βλέπετε
μπροστά σας σ' άπλετο φως. Φρόντισαν
οι γονείς σας για να μη σκοντάψουν τα πόδια σας
σε πέτρα. Γι' αυτό τίποτα δε χρειάζεται
να μάθεις. Έτσι όπως είσαι
εσύ μπορείς να μείνεις.
Κι έτσι κι υπάρχουνε ακόμα δυσκολίες, μιας κι οι καιροί
όπως έχω ακούσει είναι ανασφαλείς,
τους ηγέτες σου έχεις, που σου λένε ακριβώς
τι έχεις να κάνεις για να πας καλά.
Έχουνε μαθητεύσει πλάι σε κείνους
που ξέρουν τις αλήθειες που ισχύουν
για όλους τους καιρούς
μα και τις συνταγές που πάντα βοηθάνε.
Μιας και για σένα γίνονται τόσο πολλά
δε χρειάζεται ούτε δαχτυλάκι να κουνήσεις.
Βέβαια, αν τα πράματα ήταν διαφορετικά
Η μάθηση θα 'τανε υποχρέωσή σου.

Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον

Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον
στο μέλλον που φτιάχνετε όπως θέλετε
αφού η ιστορία σας ανήκει
σαρώστε το λοιπόν αν επιμένετε

Στα αυτιά μου δεν χωράνε υποσχέσεις
το έργο το ' χω δει μη με τρελαίνετε
το πλοίο των ονείρων μου με πάει
σε κόσμους που εσείς δεν τους αντέχετε

Μένω μονάχος στο παρόν μου
να σώσω οτιδήποτε - αν σώζεται -
κι ας έχω τις συνέπειες του νόμου
συνένοχο στο φόνο δε θα μ' έχετε

Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον
το κόλπο είναι στημένο και στα μέτρα σας
ξεγράψτε με απ' τα κατάστιχά σας
στον κόπο σας δεν μπαίνω και στα έργα σας

Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον
στο μέλλον που φτιάχνετε όπως θέλετε
αφού η ιστορία σας ανήκει
σαρώστε το λοιπόν αν επιμένετε

Μένω μονάχος στο παρόν μου
να σώσω οτιδήποτε - αν σώζεται -
κι ας έχω τις συνέπειες του νόμου
συνένοχο στο φόνο δε θα μ' έχετε

Εγγραφή μέσω email

Enter your email address:

Εγγραφή μέσω reader

Blog Widget by LinkWithin