Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2009

Camillo Sbarbaro (1888-1967), 4ποιήματα



μετάφραση-σχόλιο: Σωτήρης Παστάκας (από τον ιστότοπο ποιείν)


*
Σώπα ψυχή μου, κουράστηκες πια ν’ απολαμβάνεις
και να υποφέρεις (και στα δυό τραβάς υποταγμένη).
Όσο κι αν σ’ αφουγκράζομαι, δεν ακούω καμιά φωνή
θρήνου, για την αξιολύπητη νιότη, καμιά
φωνή οργής ή ελπίδας,
ούτε καν πλήξης.
Κείτεσαι
σαν το κορμί, αποσβολωμένη, γεμάτη
απελπισμένη συγκατάβαση.

Δεν θα σαστίσουμε,
έτσι ψυχή μου, κι ας σταματήσει
η καρδιά κι ας μας κοπεί
η ανάσα…
Κι όμως πηγαίνουμε
αντάμα εσύ κι εγώ σαν υπνοβάτες.
Τα δέντρα εξακολουθούν να είναι δέντρα,
τα σπίτια να είναι σπίτια, οι γυναίκες
που μας προσπερνάν είναι γυναίκες.
Όλα είναι εκείνο που είναι,
μονάχα αυτό που είναι.

Η περιπέτεια της χαράς και του πόνου
δεν μας αγγίζει. Έχασε τη φωνή της
η σειρήνα του κόσμου κι ο κόσμος έγινε
μια μεγάλη έρημος.
Στην έρημο
κοιτάζω με μάτια στεγνά τον εαυτό μου.


*
Εγώ που σαν υπνοβάτης τώρα βαδίζω
στους γνωστούς μου συνηθισμένους δρόμους,
όταν σε βλέπω μπροστά μου ανασκιρτώ.

Βαδίζεις μπροστά μου αργά, σαν μια
Βασίλισσα.
Κανονίζω αμέσως
το βήμα μου εγώ, το αφυπνισμένο
με το δικό σου που αντηχεί
σαν πλανεύτρα μουσική.
Πιθανότητες αγάπης και δόξας
συνωστίζονται στην καρδιά μου
και την φουσκώνουν. Η πλεξούδα
στο σβέρκο σου, το φτερό ενός καπέλου,
αποβάλουν αυτόματα τη θλίψη μου.
Ξαναγίνομαι νέος, άπειρος,
Με την καρδιά μου έτοιμη γι’ αλλοφροσύνη.

Ένα φως ανάβει μέσα στο λήθαργό μου.
Όλα είναι μετέωρα, σε στάση αναμονής.
Δεν σκέφτομαι πια. Είμαι βουβός κ’ ευτυχής.
Η καρδιά μου κτυπάει στο ρυθμό των βημάτων σου.

*
Τώρα που καταλάγιασε η ακολασία
κι απέμεινα με τις αισθήσεις μου άδειες,
δεν επιθυμώ ούτε τον θάνατο. Αγνοώ
αν υπάρχει στον κόσμο κανείς
που να με σκέπτεται,
αν ο πατέρας μου ζει.

Αποφεύγω απλώς να το σκέφτομαι.
Κάθε οδυνηρή σκέψη
θα μου φαινόταν τώρα ψεύτικη.
Έως ενός σημείου ο πόνος μας καθιστά
ανθρώπινους κι εγώ αισθάνομαι πως το έχω
ξεπεράσει. Δεν μου χρωστάνε πια
την καλοσύνη τους, γιατί όταν υποφέρεις
για τις ενοχές σου, τη δικαιούσαι
την καλοσύνη.

Αφήνω την αύρα να με χαϊδεύει,
να με φωτίζουν τα φανάρια των στύλων,
να με σπρώχνουν οι περαστικοί, κι εγώ
χωρίς καμιά περιέργεια είμαι βάρκα δίχως
άγκυρα και δίχως πανί, που το σκαρί της
εγκαταλείπει στα κύματα. Παραμένω έτσι,
δίχως σκέψεις κι επιθυμία καμιά, και περιμένω
εκ νέου, χάριν της αιώνιας περιστροφής
του κόσμου, η θέληση για ζωή να επιστρέψει.

*
Το κοριτσάκι που τρέχει κάτω από τα δέντρα
δεν έχει παρά το βάρος της κοτσίδας του,
ένα λιανοτράγουδο στο λαρύγγι.
Τραγουδάει μοναχό του
και χοροπηδάει στο δρόμο-γιατί δεν ξέρει
πως δεν θα βρει μεγαλύτερη χαρά
από εκείνο το ελάχιστο χρυσάφι στους ώμους
από εκείνη τη χαρά στη φωνή.

Κι εμείς που δεν έχουμε
άλλη ευτυχία παρά τις λέξεις,
κι όχι την αναμμένη φωτιά και την ελπίδα
που της φουσκώνουν την καρδιά,
ας μας επιτραπεί να ζητήσουμε,
να πεθάνουμε πρώτα εμείς,
πριν ξεψυχήσει αυτή η μοναδική ομορφιά..


ΣΧΟΛΙΟ
Ο Καμίλο Σμπάρμπαρο (Camillo Sbarbaro) γεννήθηκε στη Σάντα Μαργκερίτα Λίγκουρε το 1888 και πέρασε όλη του τη ζωή στη Λιγκούρια. Μετά από την άρνησή του να γίνει μέλος του φασιστικού κόμματος, απολύθηκε από την εργασία του (καθηγητής μέσης εκπαίδευσης) και βιοπορίστηκε παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα.(λατινικά και αρχαία ελληνικά). Ταυτοχρόνως αφιερώθηκε στη βοτανολογία κι απέκτησε διεθνή φήμη στη μελέτη των λειχήνων.
Οι συλλογές ποιημάτων του είναι Resine (1911), Pianissimo (1914), Rimanenze (1955) e Versi a Dina (1961); και διάφορες συλλογές σε ποιητική πρόζα με τον ίδιο τίτλο Trucioli (1910-1940, και 1948). Ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση κι απετέλεσε παράδειγμα για τον Σάμπα και τον Μοντάλε ο οποίος του αφιέρωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή (Ossi di seppia, 1925). Πέθανε στο Σποτόρνο το 1967.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή μέσω email

Enter your email address:

Εγγραφή μέσω reader

Blog Widget by LinkWithin