Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Φύση

Ralph Waldo Emerson (1803-1882)

Ι.
Οι χειμώνες ξέρουν
Εύκολα να ρίχνουν το χιόνι,
Και η αδίδακτη Άνοιξη είναι σοφή
Σε ηράνθεμα και ανεμώνες.
Η φύση, μισώντας τέχνη και φροντίδες
Παρεμποδίζει και φέρνει σε αμηχανία εγκεφάλους που συλλογίζονται·
Ατύχημα και Έκπληξη
Είναι οι κόρες των ματιών της·
Αλλά στοργικά αγαπά τον φτωχό,
Και, από θαυμασμό γι' αυτήν
Γκρεμίζει τον θορυβώδη διεκδικητή.

Γιατί η Φύση ακούει στο ρόδο,
Και δίνει προσοχή μέσα από τη στεφάνη της μουριάς,
Να βοηθήσει τους φίλους της, να πληγώσει τους εχθρούς της,
Και σαν σοφός Θεός κρίνει σωστά.
Ωστόσο προέχει η αγάπη της
Προς τις ψυχές που ποτέ δεν πέφτουν,
Προς τους χωρικούς που ζουν ευτυχισμένα,
Και τα καταφέρνουν καλά επειδή το επιθυμούν
Που περπατούν σε άγνωστους δρόμους
Και πραγματοποιούν κατορθώματα πριν γίνουν γνωστοί.

ΙΙ.
Είναι παιχνιδιάρα και καλή,
Αλλά με ευμετάβλητη διάθεση,
Χωρίς θλιβερή επανάληψη κάθε τόσο,
Θα είναι όλα τα πράγματα για όλους τους ανθρώπους.
Αυτή που είναι τόσο γριά, αλλά σε καμιά περίπτωση αδύναμη,
Διοχετεύει τη δύναμη της στους ανθρώπους,
Χαρούμενα και πολλαπλά χωρίς κώλυμα,
Τους φτιάχνει και τους πλάθει όπως είναι,
Και αυτό που αυτοί ονομάζουν τρόπο της πόλης
Δεν είναι τρόπος τους, αλλά δικός της,
Και αυτό που λένε ότι φτιάξανε σήμερα,
Το μάθανε από τις βελανιδιές και τα έλατα.
Γεννά ανθρώπους σαν φρέσκες μολόχες,
Ήρωες και κόρες, σάρκα εκ της σαρκός της·
Εμπλουτίζει το νερό της και το σιτάρι της
Με γεύσεις τις οποίες βρίσκει κατάλληλες,
Και τους δίνει κάτι να πιουν και να φάνε·
Και έχοντας έτσι άρτο και ανάπτυξη,
Της κάνουν προσφορές, όχι ακούσιες.
Ότι είναι περισσότερο δικό τους, δεν το κατέχουν,
Αλλά είναι δανεισμένο από άτομα σιδήρου και πέτρας,
Και στα περίφημα έργα Τέχνης τους
Η κυρίαρχη πινελιά είναι πάλι δικιά της.

 

 Nature

I.
Winters know
Easily to shed the snow,
And the untaught Spring is wise
In cowslips and anemones.
Nature, hating art and pains,
Baulks and baffles plotting brains;
Casualty and Surprise
Are the apples of her eyes;
But she dearly loves the poor,
And, by marvel of her own,
Strikes the loud pretender down.

For Nature listens in the rose,
And hearkens in the berry's bell,
To help her friends, to plague her foes,
And like wise God she judges well.
Yet doth much her love excel
To the souls that never fell,
To swains that live in happiness,
And do well because they please,
Who walk in ways that are unfamed,
And feats achieve before they're named.

II.
She is gamesome and good,
But of mutable mood,--
No dreary repeater now and again,
She will be all things to all men.
She who is old, but nowise feeble,
Pours her power into the people,
Merry and manifold without bar,
Makes and moulds them what they are,
And what they call their city way
Is not their way, but hers,
And what they say they made to-day,
They learned of the oaks and firs.
She spawneth men as mallows fresh,
Hero and maiden, flesh of her flesh;
She drugs her water and her wheat
With the flavours she finds meet,
And gives them what to drink and eat;
And having thus their bread and growth,
They do her bidding, nothing loath.
What's most theirs is not their own,
But borrowed in atoms from iron and stone,
And in their vaunted works of Art
The master-stroke is still her part.

Εγγραφή μέσω email

Enter your email address:

Εγγραφή μέσω reader

Blog Widget by LinkWithin