Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

Η Ψήφος της Aθηνάς


Ότε το δίκαιον λύσεως αμοιρεί,
ότε η κρίσις των ανθρώπων απορεί
και ανωτέρας αρωγής και φώτων χρήζει,
οι δικασταί σιγώσιν ασθενείς, μικροί,
κ’ η ευσπλαγχνία των Θεών αποφασίζει.

Εις τους δημότας Aθηνών είπ’ η Παλλάς·
«Το δικαστήριόν σας ίδρυσα. Ελλάς
ή άλλη πόλις ενδοξότερον ποτέ
δεν θέλει αποκτήσει. Άνδρες δικασταί,
φανείτ’ αντάξιοι αυτού. Aνοίκεια
πάθη απαρνηθείτε. Επιείκεια
το δίκαιον να συνοδεύη. Aυστηρά
αν ην’ η κρίσις σας, ας ήναι καθαρά
επίσης — ως αδάμας άσπιλος, αγνή.
Το έργον σας εις τ’ αγαθά και ευγενή
να ήναι οδηγία, και διοίκησις
σώφρων. Ουδέποτε μωρά εκδίκησις.»

Aπήντησαν εν συγκινήσει οι αστοί·
«Ω δέσποινα, ο νους ημών αδυνατεί
ευγνωμοσύνης φόρον ν’ εύρη επαρκή
εις την λαμπράν ευεργεσίαν.»

Η γλαυκή
τους οφθαλμούς θεά απήντησε· «Θνητοί,
το Θείον εξ υμών μισθόν δεν απαιτεί.
Ενάρετοι και αμερόληπτοι εστέ·
τούτο μ’ αρκεί. Εξ άλλου, άνδρες δικασταί,
ψήφου μιας εφύλαξα δικαίωμα.»

Είπον οι δικασταί· «Εις το στερέωμα
το αστερόεν ζώσα, παρ’ ημίν, Θεά,
ενταύθα πώς ψηφίσεις;»


;«Μη σας ανιά
η απορία αύτη. Εγκρατής ειμί
εν τω ψηφίζειν. Aλλ’ αν ευρεθή στιγμή
καθ’ ην διαιρεθήτ’ εις δύο σώματα,
οι μεν υπέρ, οι δε κατά, τα δώματα
χωρίς ν’ αφίσω τ’ ουρανού, υμείς αυτοί
την ψήφον μου θα χρησιμεύετε. Aστοί,
εις τον κατηγορούμενον επιθυμώ
πάντοτε να χαρίζηται. Εν τω θυμώ
της Aθηνάς σας η συγχώρησις οικεί
μεγάλη, ατερμάτιστος, προγονική,
ένστικτον εκ της Μήτιδος, η κορωνίς
σοφίας υπερτάτης εν τοις ουρανοίς.»


(Από τα Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983)

http://www.kavafis.gr/poems/content.asp?id=164&cat=2

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

Simple Man


Απλός Άνθρωπος

Η μητέρα μου είπε όταν ήμουν μικρός
Κάτσε δίπλα μου μοναδικό μου παιδί
Και άκου προσεκτικά τι θα σου πω
Και αν το κάνεις θα σε βοηθήσει κάποια ηλιόλουστη μέρα


Ω, κάνε τα πράγματα με το πάσο σου, μην ζεις γρήγορα
Προβλήματα θα έρθουν και θα φύγουν
Θα βρεις μια γυναίκα και θα βρεις αγάπη
Και μην ξεχνάς γιε μου ότι υπάρχει κάποιος εκεί ψηλά.


Και γίνε ένα απλό είδος ανθρώπου
Και γίνε κάτι που θα το αγαπάς και θα το καταλαβαίνεις
Μωρό μου γίνε ένα απλό είδος ανθρώπου
Ω, δεν θα το κάνεις για μένα γιε μου, αν μπορείς;


Μην πάρεις τα πάθη σου από τον χρυσό του πλουσίου
Ότι χρειάζεσαι βρίσκεται μέσα στη ψυχή σου
Και μπορείς να το κάνεις, μωρό μου αν προσπαθήσεις
Ότι θέλω από σένα γιε μου είναι να είσαι ικανοποιημένος


Και γίνε ένα απλό είδος ανθρώπου
Και γίνε κάτι που θα το αγαπάς και θα το καταλαβαίνεις
Μωρό μου γίνε ένα απλό είδος ανθρώπου
Ω, δεν θα το κάνεις για μένα γιε μου, αν μπορείς;

Ω, μην ανησυχείς, θα βρεις τον εαυτό σου
Ακολούθα την καρδιά σου και τίποτα άλλο
Και μπορείς να το κάνεις, μωρό μου αν προσπαθήσεις
Ότι θέλω από σένα γιε μου είναι να είσαι ικανοποιημένος


Simple Man
(Lynyrd Skynyrd)

My mama told me when I was young
Said sit beside me my only son
And listen closely to what I say
And if you do this it'll help you some sunny day

Oh, take your time, don't live too fast
Troubles will come and they will pass
You'll find a woman and you'll find love
And don't forget that there is a someone up above

And be a simple kind of man
And be something you'll love and understand
Baby be a simple kind of man
Oh, won't you do this for me son if you can?

Don't get your lust from the rich man's gold
All that you need now is in your soul
And you can do this, oh baby if you try
All that I want from you my son is to be satisfied

And be a simple kind of man
And be something you'll love and understand
Baby be a simple kind of man
Oh, won't you do this for me son if you can?

Oh, don't you worry, you'll find yourself
Follow your heart and nothing else
And you can do this, oh baby if you try
All that I want from you my son is to be satisfied

And be a simple kind of man
Be something you'll love and understand
Baby be a simple kind of man
Oh, won't you do this for me son if you can?
So baby be a simple, be a simple man
Oh, won't you do this for me son if you can?



Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

Οι Εφτά Γέροντες




XC.- Οι Εφτά Γέροντες

στον Βίκτωρ Ουγκώ
 

Πόλη γεμάτη σμήνη, γεμάτη όνειρα,
Εκεί που το φάντασμα εν μέσω ημέρας πλευρίζει τον διαβάτη!
Τα μυστήρια παντού τρέχουν σαν τους χυμούς δέντρου
Μέσα στα στενά κανάλια ενός παντοδύναμου γίγαντα.



Ένα πρωινό, μέσα σε ένα λυπητερό δρόμο
Τα σπίτια, τα οποία η ομίχλη επιμήκυνε σε ύψος,
Προσομοιώνοντας τις δύο όχθες ενός ποταμού φουσκωμένου,
Και μ' ένα ντεκόρ που έμοιαζε με την ψυχή ενός ηθοποιού,


Μια βρώμικη και κίτρινη ομίχλη πλημμύρισε όλο το χώρο,
Ακολουθούσα, με νεύρα από ατσάλι σαν ένας ήρωας
Και συνομιλώντας με την ήδη κουρασμένη ψυχή μου,
Τα προάστια που τρέμανε από τα βαριά σκουπιδιάρικα.


Ξαφνικά, ένας γέροντας του οποίου τα κιτρινισμένα κουρέλια
Μιμούνταν το χρώμα αυτού του βροχερού ουρανού,
Και του οποίου η όψη θα μπορούσε να κάνει να βρέξει ελεημοσύνες,
Χωρίς η κακία που έλαμπε μέσα από τα μάτια του,


μου γινόταν αντιληπτή. κάποιος θα μπορούσε να πει ότι η κόρη του ματιού του


ήταν μουσκεμένη μέσα στην πίκρα. Η ματιά του ακόνιζε το κρύο,
Και η μακρυά γενειάδα του, άκαμπτη σαν ένα σπαθί,
προέβαλλε, παρόμοια μ' αυτή του Ιούδα.


Δεν ήταν λυγισμένος, αλλά τσακισμένος, η ραχοκοκκαλιά του

έκανε με την γάμπα του μια τέλεια ορθή γωνία,
ούτως ώστε το δεκανίκι του, αποπερατώνοντας την εμφάνιση του,
του έδινε την μορφή και το περπάτημα αδέξιου

αδύναμου τετράποδου ή ενός Εβραίου με τρία πόδια.
Μέσα στο χιόνι και τη λάσπη προχωρούσε με δυσκολία,
Σαν να συνέτριβε τους νεκρούς κάτω από τα παλιοπάπουτσά του,
Εχθρικός προς το σύμπαν παρά αδιάφορος.


Ο όμοιος του ακολούθησε: γενειάδα, μάτι, πλάτη, δεκανίκι, κουρέλια,
Τίποτα να ξεχωρίζει, από την ίδια κόλαση ερχόμενος,
Αυτός ο δίδυμος εκατονταετής, και αυτά τα παράξενα φαντάσματα
Περπατούσαν με τον ίδιο βηματισμό προς ένα άγνωστο σκοπό.


Από ποιο άδικο σχέδιο ήμουν λοιπόν εκτεθειμένος,
Ή ποια κακή τύχη με ταπείνωνε;
Διότι μέτρησα επτά φορές λεπτό προς λεπτό,
Αυτόν τον αποτρόπαιο γέροντα που πολλαπλασιαζόταν!


Αυτός ο οποίος γελά με την ανησυχία μου,
Και ο οποίος δεν κατανοεί το αδελφικό μου τρέμουλο,
Να σκεφτεί καλά ότι παρά την εξασθένιση του γήρατος
Αυτά τα επτά απαίσια τέρατα είχαν όψη αιώνια!


Θα μπορούσα, χωρίς να πεθάνω, να δω τον όγδοο,
Αμείλικτο σωσία, ειρωνικό και θανατηφόρο,
Αποκρουστικό Φοίνικα, γιο και πατέρα του εαυτού του;
- Αλλά γύρισα την πλάτη στη διαβολική πομπή.


Εξοργισμένος σαν ένα μεθύστακα που βλέπει διπλά,
Γύρισα, έκλεισα την πόρτα μου, τρομαγμένος,
Άρρωστος και μουσκεμένος, το πνεύμα με πυρετό και σε σύγχιση,
Πληγωμένο από το μυστήριο και τον παραλογισμό!


Μάταια η λογική μου ήθελε να πιάσει το πηδάλιο,
Η καταιγίδα παίζοντας παρέκαμπτε τις προσπάθειες μου,
Και η ψυχή μου χόρευε, χόρευε, σαπιοκάραβο
Χωρίς ιστία, πάνω σε μια θάλασσα τερατώδη και χωρίς ακτές!


Μεταφρ.: Ιπτάμενος Ολλανδός
Το ποίημα είναι από τη βιβλίο "Τα άνθη του Κακού" από τη συλλογή "Πίνακες του Παρισιού"



XC.- Les Sept vieillards


À Victor Hugo


Fourmillante cité, cité pleine de rêves,
Où le spectre en plein jour raccroche le passant!
Les mystères partout coulent comme des sèves
Dans les canaux étroits du colosse puissant.


Un matin, cependant que dans la triste rue
Les maisons, dont la brume allongeait la hauteur,
Simulaient les deux quais d'une rivière accrue,
Et que, décor semblable à l'âme de l'acteur,


Un brouillard sale et jaune inondait tout l'espace,
Je suivais, roidissant mes nerfs comme un héros
Et discutant avec mon âme déjà lasse,
Le faubourg secoué par les lourds tombereaux.


Tout à coup, un vieillard dont les guenilles jaunes
Imitaient la couleur de ce ciel pluvieux,
Et dont l'aspect aurait fait pleuvoir les aumônes,
Sans la méchanceté qui luisait dans ses yeux,


M'apparut. On eût dit sa prunelle trempée
Dans le fiel; son regard aiguisait les frimas,
Et sa barbe à longs poils, roide comme une épée,
Se projetait, pareille à celle de Judas.


II n'était pas voûté, mais cassé, son échine
Faisant avec sa jambe un parfait angle droit,
Si bien que son bâton, parachevant sa mine,
Lui donnait la tournure et le pas maladroit


D'un quadrupède infirme ou d'un juif à trois pattes.
Dans la neige et la boue il allait s'empêtrant,
Comme s'il écrasait des morts sous ses savates,
Hostile à l'univers plutôt qu'indifférent.


Son pareil le suivait: barbe, oeil, dos, bâton, loques,
Nul trait ne distinguait, du même enfer venu,
Ce jumeau centenaire, et ces spectres baroques
Marchaient du même pas vers un but inconnu.


À quel complot infâme étais-je donc en butte,
Ou quel méchant hasard ainsi m'humiliait?
Car je comptai sept fois, de minute en minute,
Ce sinistre vieillard qui se multipliait!


Que celui-là qui rit de mon inquiétude
Et qui n'est pas saisi d'un frisson fraternel
Songe bien que malgré tant de décrépitude
Ces sept monstres hideux avaient l'air éternel!


Aurais-je, sans mourir, contemplé le huitième,
Sosie inexorable, ironique et fatal
Dégoûtant Phénix, fils et père de lui-même?
— Mais je tournai le dos au cortège infernal.


Exaspéré comme un ivrogne qui voit double,
Je rentrai, je fermai ma porte, épouvanté,
Malade et morfondu, l'esprit fiévreux et trouble,
Blessé par le mystère et par l'absurdité!


Vainement ma raison voulait prendre la barre;
La tempête en jouant déroutait ses efforts,
Et mon âme dansait, dansait, vieille gabarre
Sans mâts, sur une mer monstrueuse et sans bords!

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2009

Μάρκος


Μιλάμε για το Μάρκο, ποτέ δε δάγκωσε κανέναν
τα μάτια του, τα μάτια του - αγαπούσαν αλλά φοβισμένα
οι ιδιοκτήτες του τον είχαν το μισό καιρό δεμένο, το μισό καιρό λυτό
ούτε κι αυτοί ήξεραν από το Μάρκο τι ζητούσαν
του 'ριχναν ξεροκόμματα για φαγητό - έγινε κλέφτης
τις νύχτες έσκιζε σακούλες σκουπιδιών.
Μια μέρα θα τον στέλνανε στο άσυλο
μετά κλαίγαμε, άλλαξαν γνώμη,
ξανά ο Μάρκος δεμένος - λυτός
συχνά του έδινα κι εγώ κάτι
σκέφτηκα να τους τον πάρω αλλά δεν ήμουν σίγουρη
αν θα μπορούσα υπεύθυνα να τον αναλάβω.
Μια φορά τον είχα ανάγκη, πήγαμε μεγάλη βόλτα
μιλήσαμε τη γλώσσα των σκυλιών
τα μάτια , μιλάμε για τα μάτια του Μάρκου, τα μάτια του Μάρκου
τα χέρια που τον δηλητηρίασαν να πάθουν καρκίνο
είπαν οι ιδιοκτήτες του, μιλάμε για τα μάτια του Μάρκου
το πρωί εκείνο και σκοτωμένα ακόμα αγαπούσαν - αλλά φοβισμένα.
Γιατί, γιατί,
σήμερα που ο ήλιος με κινήσεις θεού - ηδονιστή -
τα φύλλα των δέντρων γυαλίζει απάνω στα παγκάκια
γιατί, γιατί ο Μάρκος να λείπει, γιατί να μην ζει
μιλάμε για ψέματα - οι ιδιοκτήτες του μπορούνε να κλαίνε εύκολα
τα ίδια δάκρυα τα καλοκαίρια... στα αναψυκτικά τους πιπιλάνε
στα αναψυκτικά μας τα βουτάνε αντί για παγάκια,
τα ίδια δάκρυα κάνουν αντιπαθητικά τα καλοκαίρια
τα δάκρυα των ιδιοκτητών που δεν ξέρουν τι ζητάνε
το ρόλο τους καλά τον παίζουν κι έτσι μας μπερδεύουν
κι έτσι μας πολεμάνε - το ρόλο τους καλά τον παίζουν
κι έτσι μας μπερδεύουν κι έτσι μας πολεμάνε.



Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

ΛΗΘΗ


Λορέντζος Μαβίλης (Ἰθάκη 1860 - Δρίσκος Ἰωαννίνων 1912) 
ποιητής, κυρίως σονέτων, δημοτικιστὴς καὶ ἐθνικὸς ἀγωνιστής.
 


Καλότυχοι οἱ νεκροὶ ποὺ λησμονᾶνε
τὴν πίκρια τῆς ζωῆς. Ὅντας βυθίσει
ὁ ἥλιος καὶ τὸ σούρουπο ἀκλουθήσει,
μὴν τοὺς κλαῖς, ὁ καημός σου ὅσος καὶ νἆναι.


Τέτοιαν ὥρα οἱ ψυχὲς διψοῦν καὶ πᾶνε
στῆς λησμονιᾶς τὴν κρουσταλλένια βρύση·
μὰ βοῦρκος τὸ νεράκι θὰ μαυρίσει,
ἂ στάξει γι᾿ αὐτὲς δάκρυ ὅθε ἀγαπᾶνε.


Κι ἂν πιοῦν θολὸ νερὸ ξαναθυμοῦνται.
Διαβαίνοντας λιβάδια ἀπὸ ἀσφοδύλι,
πόνους παλιούς, ποὺ μέσα τους κοιμοῦνται.


Ἂ δὲ μπορεῖς παρὰ νὰ κλαῖς τὸ δείλι,
τοὺς ζωντανοὺς τὰ μάτια σου ἂς θρηνήσουν:
Θέλουν μὰ δὲ βολεῖ νὰ λησμονήσουν.

 

Τα Έργα (1928)

Εγγραφή μέσω email

Enter your email address:

Εγγραφή μέσω reader

Blog Widget by LinkWithin