Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

Γιατί βαθιά μου δόξασα (Α. Σικελιανός)

Γιατί βαθιά μου δόξασα και πίστεψα τη γη
και στη φυγή δεν άπλωσα τα μυστικά φτερά μου,
μα ολάκερον ερίζωσα το νου μου στη σιγή,
νά που και πάλι αναπηδά στη δίψα μου η πηγή,
πηγή ζωής, χορευτική πηγή, πηγή χαρά μου...

Γιατί ποτέ δε λόγιασα το πότε και το πώς,
μα εβύθισα τη σκέψη μου μέσα στην πάσαν ώρα,
σα μέσα της να κρύβονταν ο αμέτρητος σκοπός,
νά τώρα που, ή καλοκαιριά τριγύρα μου είτε μπόρα,
λάμπ' η στιγμή ολοστρόγγυλη στο νου μου σαν οπώρα,
βρέχει απ' τα βάθη τ' ουρανού και μέσα μου ο καρπός!...

Γιατί δεν είπα: «εδώ η ζωή αρχίζει, εδώ τελειώνει...»
μα «αν είν' η μέρα βροχερή, σέρνει πιο πλούσιο φως...
μα κι ο σεισμός βαθύτερη τη χτίση θεμελιώνει,
τι ο ζωντανός παλμός της γης που πλάθει είναι κρυφός...»
νά που, ό,τι στάθη εφήμερο, σα σύγνεφο αναλιώνει,
νά που ο μέγας Θάνατος μου γίνηκε αδερφός!...

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2009

Υμνος στο Δία

Αυτός είναι ο "Υμνος στο Δία", αποδίδεται στον νεοπλατωνικό φιλόσοφο Κλεάνθη, σε ελεύθερη απόδοση του Δημήτρη Λιαντίνη. (στο προλόγισμα από τις "Ωρες των Άστρων")


Έ συ, αρχηγέ της φύσης! Τιμημένε και πολυκράτη.
Με τα πολλά ονόματα στον εσπερινό και στον όρθρο.
Ύπατε και τιμητή στις φρουρές και στα κάστρα του χρόνου.
Και ισχυρέ δήμαρχε των συνελεύσεων της Αγοράς.
Που κυβερνάς με το δίκιο το άγιο, και τον ίσιο νόμο,
χαίρε!
Στρατηγέ και δορυκτήτορα.
Ζώνεσαι τα αμφίστομα ξίφη στον τελαμώνα,
και πολεμάς τους απελάτες στα σύνορα. Πέρα μακρυά,
στα μαγνητικά πεδία και τις ατλαντικές βαρύτητες.
Καμαρώνω τη δύναμη και τα γκέμια σου.
Κρατάς τις πληγές του κεραυνού στο χέρι,
όπως ο καπετάνιος το δοιάκι του καραβιού.
Ανοίγεις το δρόμο δύσκολα μέσα από την αλαλησιά
της ακοσμίας. Αναμεριάζοντας τον πανικό του χάους.
Και κυβερνάς στη γραμμή του κράτει.
το πλοίο των άστρων και το ποτάμι του σύμπαντος.
Έχεις υπουργό το Βοριά. Ξεπαστρευτή και Νυκτέλιο
για τους σήψαιμους, και για τους θράσιους.
Έχεις και του θρόνου σου σύμβουλο το δαδούχο τον Ήλιο.
Αγνέ αθλητή του δέκαθλου και του φωτός.
Φιλιώνεις το νερό και τη φάγουσα φλόγα.
Πλέκεις στεφάνι στο ανώφλι της αυγής από αστραπή κι από νύχτα.
Κι όλα τ’ αγκαλιάζει η στοργική μοναξιά σου.
περιστέρια και φίδια, καρπούς και ηφαίστεια,
και νησιά και ίσκιους, το αχ και το δυάσμο.
Μόνο οι μωροί μη σε νιώθουν,
οι άδικοι, και οι ταγμένοι του φθόνου.
Ποτέ δε σε φτάνει η γκρεμισμένη ματιά τους,
η μολεμένη ανάσα τους, των χεριών τους οι κάκτοι,
ο αραχνεώνας του νου τους.
Εσένα οι αμίαντοι καλοδέχουνται ξένο. Σιωπηλοί
όταν πίνουν το στόμα της θάλασσας,
και τρώνε μαζί με τους μήνες.
Αγγίζουν τη χλαμύδα σου στο σβήσιμο της αστραπής.
Και το χέρι τους, πετρωμένο ελάφι, σε δείχνει.
Γνώριμε άγνωστε.

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2009

Ζητιάνος παρά υπουργός

Tράπεζες, βίντεο κι ασφάλειες ζωής, οι καταθέσεις που τη φτώχεια σου ξορκίζουν
σαν συνολάκι εορτών με δανεικά λεφτά
την όμορφη ζωή σου να στολίζουν.

Tρέφεις στη νύχτα τα όνειρα του πρωινού,
και την καρδιά σου παραδίδεις στους αλήτες,
αν δεν τους μοιάσεις έχε κατά νού:
ήρωας αφανής με τους κοπρίτες.

Kάλλιο ζητιάνος παρά υπουργός,
ψεύτης για χάρη μιας μεγάλης λόξας.
Στέκεις στην άκρη πάντα μοναχός,
σπρωξιά χρειάζεσαι στο βούρκο αυτής της δόξας.

Oτι σε σώζει είν' ο έρωτας·
εσύ ξεσκίζεσαι σαν πόρνη επι πιστώσει.
Θα μοιραστείς την πτώση σου μ' εμάς,
ποιά κατηφόρα θα σ' ελευθερώσει;

Eπαναπαύσου σ' έτοιμη ζωή,
η τηλεόραση μας παίζει αυτό το έργο,
τι να σου πώ για τούτη τη σκηνή,
την έχεις ζήσει πλέον μέσα κι έξω.

Aυτή η χαρά δεν φτάνει μέχρι εδώ,
μην τυρανιέσαι άλλο γύρνα πίσω.
Για οτι τραβάς ο φταίχτης είμαι εγώ,
εικόνα του εαυτού μου ποιόν να βρίσω;

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2009

Ο Γκρεμιστής

Ἀκοῦστε. Ἐγὼ εἶμαι ὁ γκρεμιστής, γιατί εἶμ᾿ ἐγὼ κι ὁ κτίστης,
ὁ διαλεχτὸς τῆς ἄρνησης κι ὁ ἀκριβογιὸς τῆς πίστης.
Καὶ θέλει καὶ τὸ γκρέμισμα νοῦ καὶ καρδιὰ καὶ χέρι.
Στοῦ μίσους τὰ μεσάνυχτα τρέμει ἑνὸς πόθου ἀστέρι.
Κι ἂν εἶμαι τῆς νυχτιᾶς βλαστός, τοῦ χαλασμοῦ πατέρας,
πάντα κοιτάζω πρὸς τὸ φῶς τὸ ἀπόμακρο τῆς μέρας.
ἐγὼ ὁ σεισμὸς ὁ ἀλύπητος, ἐγὼ κι ὁ ἀνοιχτομάτης·
τοῦ μακρεμένου ἀγναντευτής, κι ὁ κλέφτης κι ὁ ἀπελάτης
καὶ μὲ τὸ καριοφίλι μου καὶ μὲ τ᾿ ἀπελατίκι
τὴν πολιτεία τὴν κάνω ἐρμιά, γῆ χέρσα τὸ χωράφι.
Κάλλιο φυτρῶστε, ἀγκριαγκαθιές, καὶ κάλλιο οὐρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκῶστε, πόταμοι καὶ κάλλιο ἀνοῖχτε τάφοι,
καί, δυναμίτη, βρόντηξε καὶ σιγοστάλαξε αἷμα,
παρὰ σὲ πύργους ἄρχοντας καὶ σὲ ναοὺς τὸ Ψέμα.
Τῶν πρωτογέννητων καιρῶν ἡ πλάση μὲ τ᾿ ἀγρίμια
ξανάρχεται. Καλῶς νὰ ῾ρθῆ. Γκρεμίζω τὴν ἀσκήμια.
Εἶμ᾿ ἕνα ἀνήμπορο παιδὶ ποὺ σκλαβωμένο τό ῾χει
τὸ δείλιασμα κι ὅλο ρωτᾷ καὶ μήτε ναὶ μήτε ὄχι
δὲν τοῦ ἀποκρίνεται κανείς, καὶ πάει κι ὅλο προσμένει
τὸ λόγο ποὺ δὲν ἔρχεται, καὶ μία ντροπὴ τὸ δένει
Μὰ τὸ τσεκοῦρι μοναχὰ στὸ χέρι σὰν κρατήσω,
καὶ τὸ τσεκοῦρι μου ψυχὴ μ᾿ ἕνα θυμὸ περίσσο.
Τάχα ποιὸς μάγος, ποιὸ στοιχειὸ τοῦ δούλεψε τ᾿ ἀτσάλι
καὶ νιώθω φλόγα τὴν καρδιὰ καὶ βράχο τὸ κεφάλι,
καὶ θέλω νὰ τραβήξω ἐμπρὸς καὶ πλατωσιὲς ν᾿ ἀνοίξω,
καὶ μ᾿ ἕνα Ναὶ νὰ τιναχτῶ, μ᾿ ἕνα Ὄχι νὰ βροντήξω;
Καβάλα στὸ νοητάκι μου, δὲν τρέμω σας ὅποιοι εἶστε
γκρικάω, βγαίνει ἀπὸ μέσα του μιὰ προσταγή: Γκρεμίστε!

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2009

"Τι είπα κάποτε σ' έναν ιπτάμενο"

Από τον ιστότοπο Οίστρος.
Περισσότερα ποιήματα http://www.phys.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/nikos_karoyzos_poems.htm


Σαν αφαιρέσεις από τον ήλιο την λαίμαργη αστρονομία
δεν είναι πιότερος από μιά πυγολαμπίδα που διαστέλλει
την κίνηση μέσ' στο άναυδο σκοτάδι.
Δεν έχει πόσιμη σημασία να σταλάξουμε
τσιγγούνικες αλήθειες και σταγονίδια βεβαιότητας
δεν έχει ούτε μιά πρωτοτυπία η ξεμυαλίστρα η εξυπνάδα
πρωτότυπος είναι εκείνος που δικάζει τις λέξεις
εκείνος που βάζει ποινές ολοένα στα δάχτυλά του
την ώρα που σέρνουν έρημα την άλαλη πένα.
Δεν έχει μητρότητα ο ίλιγγος
δεν έχει πατρότητα η νύχτα.
Μίλησα κι άλλοτε γι'αυτά τα χαρτόνια.
Οι σκοτεινοί μας σύντροφοι: οι άκρες και τα μάκρη
με του κύκλου τ 'άγρια δώρα μας κοροιδεύουν.
Έχοντας πιά ξεπέσει ο γέροντας Ευκλείδης
ειν' απόβλητο το μήκος ως πράξη του σύμπαντος
και το ύψος ανεύρετη μελωδία στα πλάτη...
Τράβηξα την σκονισμένη αιωνιότητα σαν κουρτίνα
με τόση ευκολία και τά 'χασα βλέποντας
το λάγνο τίποτα της αναφρόδιτης καμπύλης!
Ο άγγελος τότε του έαρος μου φώναξε: -Μη στενεύεις,
αγίαζε μονάχα, μη σκοπεύεις, κι απ'το μειλίχιο
δαιμόνιο της αγάπης πιο περ' ακόμη τράβα κι ας είπες
θα κομματιάσω τον κόσμο για να ματιάσω
τη δύναμη της αλήθειας.
'Ελα, λυτρώσου τώρα κι απ' του ερωτήματος την έλλειψη
να γίνεις ομορφότερος να μείνεις όντως μόνος...
[Χορταριασμένα Χάσματα,1974] Ν. Καρούζος

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2009

Περί Φύσεως (απόσπασμα)

Οι φοράδες που με μεταφέρουν μέχρι εκεί που φτάνει η λαχτάρα
συνεχίζουν να τρέχουν αφού ήλθαν και με έφεραν στον θρυλικό δρόμο
της θεότητας, που μεταφέρει τον άνθρωπο που γνωρίζει μέσα από το αχανές
και σκοτεινό άγνωστο. Και μεταφέρομαι καθώς οι φοράδες ξέροντας
που ακριβώς να πάνε, συνεχίζουν να με μεταφέρουν μοχθώντας στο άρμα,
και οι κοπέλες προχωρούσαν μπροστά. Και ο άξονας των τροχών έβγαζε
τον ήχο ενός αυλού που σάλπιζε από την πίεση των καλοστρογγυλεμένων τροχών
στις δύο πλευρές, καθώς έτρεχαν γοργά, οι νέες γυναίκες, οι κοπέλες, οι κόρες
του Ήλιου που είχαν αφήσει τα δώματα της νύχτας για να βγουν στο φως,
και με τα χέρια έσπρωξαν πίσω τα πέπλα από τα πρόσωπά τους.

Εκεί είναι οι πύλες των δρόμων της Νύχτας και της Μέρας, που κρατιούνται
γερά στην θέση τους ανάμεσα στο ανώφλι, και ένα πέτρινο κατώφλι.
Και φτάνουν μέχρι τον ουρανό, κλεισμένες με γιγάντιες πόρτες. Και τα κλειδιά,
που μία ανοίγουν μία κλειδώνουν, τα κρατάει γερά η Δίκη, αυτή που πάντα
απαιτεί ακριβή ανταπόδοση. Και με απαλά πλάνα λόγια οι κοπέλες την έπεισαν
πονηρά, να τραβήξει πίσω αμέσως, μόνο γι αυτές, την μπάρα που κλειδώνει τις
πύλες. Και καθώς οι πόρτες άνοιξαν, κάνοντας τους μπρούντζινους άξονες
με τα καρφιά να γυρίσουν, τώρα ο ένας μετά ο άλλος, μέσα στους αυλούς τους,
δημιούργησαν ένα τεράστιο χάσμα. Ίσα μέσα πέρασαν τα κορίτσια κρατώντας
καλά την πορεία τους για το άρμα και τα άλογα, ίσια κάτω στον δρόμο.

Και η θεά με υποδέχτηκε καλοσυνάτα, και πήρε το δεξί μου χέρι στο δικό της
και είπε αυτά τα λόγια καθώς μου απευθυνόταν. "Καλώς ήλθες νεαρέ που έχεις
για συντροφιά αθάνατες αρματηλάτισσες, και φτάνεις στο σπίτι μας με τις φοράδες
που σε μεταφέρουν. Γιατί δεν ήταν μοίρα κακή που σε έστειλε να ταξιδέψεις σ αυτόν
τον δρόμο, τόσο μακριά από την πεπατημένη των ανθρώπων, αλλά το Ορθόν και
το Δίκαιον. Και εκείνο που χρειάζεσαι είναι να μάθεις τα πάντα, και την ακλόνητη
καρδιά της πειστικής Αλήθειας, και τις γνώμες των θνητών, στις οποίες δεν υπάρχει
τίποτε που να μπορείς αληθινά να εμπιστευτείς. Αλλά ακόμη κι έτσι, θα το μάθεις
κι αυτό, πως οι πεποιθήσεις που βασίζονται στα εξωτερικά φαινόμενα πρέπει να είναι
πιστευτές διαπερνώντας τελείως τα πάντα»

Αρχαίο κείμενο

Σάββατο, 7 Μαρτίου 2009

Rua da bella vista

Μια νύχτα καλοκαιρινή, υγρή στη Λισσαβόνα,
ονειροπόλος ποιητής χαϊδεύει τη σιωπή·
-ο φόρος της διάνοιας πληρώνεται μ' αγρύπνια-
αγρίμι είναι που κρύβεται σε σώμα λογιστή.

Απ' τ' ανοιχτό παράθυρο κοιτά τους άδειους δρόμους.
Τη μέρα ειν' ένα τίποτα. Το βράδυ ειν' «εγώ»,
που κάθεται καρτερικά στην έρημη αποβάθρα,
να πάρει την κλινάμαξα που πάει στην άβυσσο.

Ανακαλεί τη θλίψη του, την αστραπή της γνώσης,
για κάθε του παρόρμηση που άφησε κρυφή
κι απ' το βιβλίο του Ιώβ χειροκροτά τη φράση:
«Κουράστηκε η ψυχή μου απ' τη ζωή».

Γλυκά θ' ανοίξει η κλειδαριά της πόρτας για το Σύμπαν,
ο υπάλληλος Πεσόα θ' αφήσει τις σκιές
και μένα, που ξαγρύπνησα, με πιάνει η ανησυχία,
αν είναι οι αναμνήσεις μου ψεύτικες ή σωστές.

Τρίτη, 3 Μαρτίου 2009

Στὸν ἴσκιο μου (Γ. Σουρής)





Γ. Σουρής (1853-1919)



Βρὲ ἴσκιε μου γιατί μ᾿ ἀκολουθεῖς;
Δὲ μ᾿ ἀφήνεις μόνο μου νὰ τρέχω;
Βρὲ ἴσκιε μου, δὲ πᾶς νὰ μοῦ χαθεῖς,
πρέπει κι ἐσένα σύντροφο νὰ ἔχω;
Πότε στραβὸ σὲ βλέπω πότε ἴσο,
πότε μακρὺ σὰ σούβλα, πότε νᾶνο,
τὴ μιὰ πηγαίνεις μπρός, τὴν ἄλλη πίσω
σὲ ἀπαντῶ ἐδῶ, ἐκεῖ σὲ χάνω.
Χωρὶς νὰ βλέπεις, πιάνεις ὅτι πιάνω,
μὲ ὁδηγεῖς ἀλλὰ καὶ σ᾿ ὁδηγῶ.
Καὶ τέλος πάντων κάνεις ὅτι κάνω
καὶ εἶσαι ἄλλος, δεύτερος, ἐγώ.
Βρὲ ἴσκιε μου, γιατί μ᾿ ἀκολουθεῖς;
Βρὲ ἴσκιε μου δὲ πᾶς νὰ μοῦ χαθεῖς...
Σὲ ἀπαντῶ στὸ σπίτι καὶ στὸ δρόμο
καὶ μοῦ γεννᾷς πολλὲς φορὲς τὸν τρόμο.

Εγγραφή μέσω email

Enter your email address:

Εγγραφή μέσω reader

Blog Widget by LinkWithin