Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015


Η τροφή για την σκέψη έχει επιστρέψει ανανεωμένη στην μορφή ενός περιοδικού.
Όλη η θεματολογία με παλιά και νέα άρθρα βρίσκεται συγκεντρωμένη σε έναν ιστότοπο. 
Μπορείτε να την επισκεφτείτε εδώ:

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

20 μικρά ποιήματα του Α. Μαρνέρου


Αργύρης Μαρνέρος


Γεννήθηκε στο Δοξάτο Δράμας το 1941. Το 1961 μετανάστευσε στη Γερμανία. Μετά το 1968 σπούδασε γερμανική φιλολογία στο Α.Π.Θ. και ξεναγός στην Αθήνα. Από το 1978 και μετά ζει στην Αθήνα και εργάζεται ως ξεναγός. Στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα κατεβάζει τα βιβλία του στο πεζοδρόμιο, σε συναυλίες και μπουάτ ως αντίδραση στα εμπορικά κυκλώματα των βιβλιοπωλείων. Τα τελευταία 25 χρόνια ασχολείται και με το κολάζ. 

Ποιητικές συλλογές:
«Κάστανα», 1972
«Σκοτεινός θάλαμος», 1975
«Ο υπόνομος», 1976
«Διαστολή», 1977
«Homo Touristicus», άνοιξη 1980
«Χειροκροτήστε», φθινόπωρο 1980
«Αίθουσα αναμονής», 2003



ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ
Τώρα το ξέρω
Πρέπει ν’ αγαπήσω τη ζωή
Ανάμεσα απ’ τα συντρίμμια
Που βρίσκονται μπροστά μου
Πρέπει να αγαπήσω ξανά
Κάθε μικρό κομμάτι
Κι ένα ένα να τα βάλω στη σειρά
Όμορφα δεν είναι μόνο
Τα απείραχτα πράγματα
Και τα σπασμένα αγάλματα
Έχουν τη δική τους τη χάρη
Και ίσως είναι αυτά
Που πιο πολύ μας μοιάζουν.

ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΑΙΔΕΙΑΣ
Κάποια μέρα σε μια σχολική γιορτή
Οι μαθητές ντύθηκαν παπαγάλοι
Και έλεγαν το μάθημα χωρίς χάνουν λέξη
Και όλοι βαθμολογήθηκαν με άριστα.
Και από τότε δεν ήτaν μόνο σχολική γιορτή
Αλλά επίσημο πλέον σύστημα παιδείας.

ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ
Σήμερα είναι της Αναλήψεως
Είπε ο γραμματέας στο Δεσπότη
Την ώρα. που έφευγε βιαστικά
Καλά που μου το θύμισες παιδί μου
Πρέπει να φύγω αμέσως για την τράπεζα.

ΣΧΟΛΙΚΑ ΘΡΑΝΙΑ
Μου μίλησαν
Πιο Πολύ για Αβραάμ­
Παρά για Σωκράτη
Πιο πολύ για Χριστό
Παρά για Διόνυσο
Άσε τα σχολικά θρανία
Είπε ο γέρος της παρέα.ς
Και δες στην πλατεία το χορό
Μέσα. στη μνήμη του κορμιού
Ήτανε πάντα Διόνυσoς ο χρόνος.

ΣΥΝΤΑΓΗ ΕΥΤΥΧΙΑΣ
Μέσα στη βάρβαρη απλοποίηση των παραμυθιών
Oι μεν πιστoί κοιμούνται ευτυχισμένοι
Oι δε ποιμένες γλεντούνε τρισευτυχισμένοι.

ΖΩΟΦΙΛΟΣ
Εγώ υπήρξα πάντα ζωόφιλος
Αγαπητέ μου έλα μέσα
Στην κουζίνα να σου δείξω
Πόσο τρυφερά πόσο απαλά
Τα πλάθω εγώ τα μπιφτέκια.

ΠΟΣΟΣΤΑ
Θέλουμε ποσοστά
Απ’ το γάλα μας
Φώναζαν τα πρόβατα
Θα είμαι πιο γενναιόδωρος
Μαζί σας είπε ο τσέλιγκας
Θα σας δώσω ποσοστά
  Απότο κρέας σας.

ΑΝΕΡΑΣΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ
Πλαστικό μου λουλούδι ανέραστο
Ό,τι μυρίζει ανθρώπινο μυαλό
Δεν είναι πάντα θησαυρός για τις αισθήσεις .

ΚΛΙΝΙΚH
 Σσσσσσσσ
Ησυχία
Γιατί ο γιατρός
Ψιθυρίζει στο αυτί
Τις τιμές
Σσσσσσσσ.

ΥΠΟΝΟΜΟΣ
Δίπλα στο μεγάλο δρόμο
Στήσαν τη μεγάλη εξέδρα
Για τη μεγάλη παρέλαση
Πάνω στην εξέδρα
Οι μεγάλοι επίσημοι
Και κάτω απ’ αυτήν
Ο μεγάλος υπόνομος
Της πόλης

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΚΛΕΙΔΑΡΙΑΣ
Κάθε φορά που γυρίζω
Στην πόρτα το κλειδί
Ψιθυρίζω στο αυτί της κλειδαριάς
Έχει πολύ δρόμο ακόμα
Το όρθιο θηλαστικό να γίνει άνθρωπος
Έχει πολύ δρόμο ακόμα
Να μοιάσει στους θεούς που έπλασε
Και όχι μόνο να τους φοβάται
Μου απαντάει η κλειδαριά.

ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ
Μιλάς στο όνομα
Ενός ανύπαρκτου λαού
Μιλάς στο όνομα
Ενός ανύπαρκτου θεού
Εμείς ακούγαμε
Γεμάτοι απορία
Στο τέλος ο πρώτος
Μας υποσχέθηκε ένα
Καλύτερο αύριο
Ενώ ο άλλος
Ένα αιώνιο αύριο
Για το τώρα κανείς
Δεν έκανε κουβέντα

ΤΟ ΑΧ ΤΩΝ ΑΓΑΛΜΑΤΩΝ
Ο ποιητής που θα γυρίσει τις πλάτες
Στο θόρυβο και τις οσμές της αγοράς
Όσο και να βουτήξει την πένα του
Στον ουρανό το γαλάζιο απ’ τα ποιήματά του
Θα λείπει το άρωμα του ιδρώτα
Και εκείνο το ανθρώπινο αχ που
Το δανείζονται ακόμα και οι θεοί
Γιατί αλλιώς τα αγάλματά τους
Θα ήταν μόνο πέτρες σκαλισμένες.

ΗΣΥΧΙΑ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΚΟΙΜΑΤΑΙ
Η εξουσία δεν φοβάται τις μολότοφ
Που πέφτουν μέσα στο δρόμο και
Ούτε που τη νοιάζει αν η πόλη ξυπνήσει
Η εξουσία φοβάται τις μολότοφ που
Πέφτουν μέσα στο κεφάλι γιατί έτσι
Υπάρχει φόβος να ξυπνήσει το μυαλό.

ΕΚΕΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΘΑ ΒΡΕΙΣ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ
Στο χάσμα που ανοίγεται ανάμεσα
Στα γράμματα στις λέξεις στις προτάσεις
Εκεί ανάμεσα θα βρεις τον ποιητή
Ν’ ανθίζει εκεί να πελεκάει τις πέτρες
Τις πολύχρωμες για το ουράνιο γιοφύρι
Εκεί ανάμεσα ο θεμέλιος λίθος
Πάνω στο στήθος να πατάει τον ποιητή
Έτσι θα έχει ανθρώπινη ανάσα το γιοφύρι
Ανάμεσα στα γράμματα στις λέξεις στις προτάσεις.

ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΣΚΥΛΙΑ
Ξέρετε τι τιμή τα κάνουνε
  Όταν τα ζώα αυτά
Τα ονομάζουμε αδέσποτα
Είναι χωρίς κυρίους
Χωρίς αφεντικά το νιώθετε
Αυτό δεν είναι πια τιμή
Αυτό είναι προνόμιο
Γι’ αυτό και κάθε εξουσία
Τους ρίχνει φόλα με ευχαρίστηση

ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ
Μιλούσε απλά και
Τον καταλάβαιναν όλοι

ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ
Εκείνοι οι θεατές χτες βράδυ
Τι φριχτή παράσταση θεέ μου

ΚΩΔΙΚΑΣ
Γίνε δημόσιος άντρας στην Ελλάδα
Και κλέψε πολλά να σε θαυμάζουν
Κλέψε λίγα να σε πουν απατεώνα
Μη κλέβεις τίποτα για να είσαι ο αφελής
  Άψογος κώδικας ηθικής κυκλοφορίας

ΚΑΘΑΡΙΟΤΗΤΑ
Η δασκάλα έλεγε
Πάντα
Πως η καθαριότητα
Είναι
Μισή αρχοντιά
Η μαμά σας
Θα κόβει τα νύχια
Ο κουρέας τα μαλλιά
Όσο για το μυαλό σας
Μου δώσαν ειδικό ψαλίδι
Να σας το παίρνω
Πάντα σύρριζα.


Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Rumi




Ένας τεχνίτης τράβηξε ένα καλάμι από τις καλαμιές
του έκανε τρύπες, και το ονόμασε άνθρωπο.

Από τότε, αυτό θρηνεί μια τρυφερή αγωνία
αποχωρισμού, χωρίς ποτέ να αναφέρει την δεξιοτεχνία
που του έδωσε ζωή σαν φλογέρα.



A craftsman pulled a reed from the reedbed,
cut holes in it, and called it a human being.

Since then, it's been wailing a tender agony
of parting, never mentioning the skill
that gave it life as a flute.


Από το βιβλίο The essential Rumi (Translation C. Barks) σελ. 146


ΥΓ. Ένα σχετικό κείμενο εδώ.

Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

Ὑποθῆκαι



Ὅπου θαρριέται γιὰ καλό,
καὶ δίχως διάκι ἀνοίγεται,
τὸν βρίσκ᾿ ἡ μπόρα στὸν γιαλὸ
καὶ ναυαγεῖ καὶ πνίγεται.

Ὅπου σκαρόνει μιὰ φωλιὰ
σ᾿ ἕν᾿ ἄστατο κοτρώνι,
πρὶν ἢ καθήσῃ μία σταλιά,
γυρνᾷ καὶ τὸν πλακόνει.

Ὅπου γλυστρήσῃ, ἂν πιασθῇ
στῶν ἀλλωνῶν τὴν ἀνθρωπιά,
θὰ τὸν σκουντήσουν νὰ χαθῇ,
νὰ μὴν ὀρθοπατήσῃ πιά.

Χαρὰ στόν, ποὺ δὲν ἀρμενᾷ,
κι᾿ ἔχει στεριὸ τὸ σπίτι του,
κι᾿ οὐδὲ τὸν ξένο προσκυνᾷ,
οὐδὲ τὸν συντοπίτη του!


Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση




Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση δὲ θὰ πεῖ προδοσία,
δὲ θὰ πεῖ ἀνοίγω ἕνα παράθυρο γιὰ τὴ συναλλαγή.
Τέλειωσαν πιὰ τὰ πρελούδια, ᾖρθε ἡ ὥρα τοῦ κατακλυσμοῦ.
Ὅσοι δὲν εἶναι ἀρκετὰ κολασμένοι πρέπει ἐπιτέλους νὰ σωπάσουν,
νὰ δοῦν μὲ τί καινούριους τρόπους μποροῦν νὰ ἀπαυδήσουν τὴ ζωή.
Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση δὲ θὰ πεῖ προδοσία.
Νὰ μὴ μὲ κατηγορήσουν γιὰ εὐκολία, πὼς δὲν ἔσκαψα βαθιά,
πὼς δὲ βύθισα τὸ μαχαίρι στὰ πιὸ γυμνά μου κόκαλα.
ὅμως εἶμαι ἄνθρωπος κι ἐγώ, ἐπιτέλους κουράστηκα, πῶς τὸ λένε,
κούραση πιὸ τρομαχτικὴ ἀπὸ τὴν ποίηση ὑπάρχει;
Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση δὲ θὰ πεῖ προδοσία.
Βρίσκει κανεὶς τόσους τρόπους νὰ ἐπιμεληθεῖ τὴν καταστροφή του.

(1956)

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Εδώ που βρίσκομαι είμαι καλά

 

"Θεέ μου μακάρι να μην με βρούνε όλα αυτά που μπορώ να αντέξω."
 - Κινέζικη προσευχή. 
  Rene Magritte : The Therapist

Όλα μπορούμε τελικά να τα αντέξουμε
τη σκληρή δουλειά,
το δεκάωρο χωρίς πληρωμή,
την απόλυση.
Μπορούμε να αντέξουμε
χωρίς φαγητό,
χωρίς ηλεκτρικό,
χωρίς τραπέζι και υπολογιστή.
Το μυαλό μπορεί άνετα να κατασκευάζει
διαρκώς επιθυμίες,
να βρίσκετε σε κίνηση διαρκώς,
να σε απειλεί ότι θα πεθάνεις,
ότι θα αρρωστήσεις,
ότι θα καταστραφείς.
Όλα μπορούμε να τα αντέξουμε
την απώλεια, τον θάνατο, τον χωρισμό,
το ψέμα, τη μισή αλήθεια,
και το κάλπικο χτύπημα στη πλάτη.
Γνωρίζοντας πως δεν θα δικαιωθεί
κανένας πόθος,
είσαι πιο ήσυχος.
Μπορείς να πας μια βόλτα στα βουνά,
μπορείς να αγκαλιάσεις την μοναξιά
σαν την πιο όμορφη ερωμένη
και να επιστρέψεις πιο δυνατός.
Μπορούμε να αντέξουμε
τη θλίψη,
τις κρίσεις πανικού και την μελαγχολία,
χαμογελώντας τρανταχτά στο σκοτάδι.
Κάθε φορά που σκέφτομαι
όλα τελείωσαν,
–δεν θα το ξαναξεχάσω–
πάει δεν υπάρχει ελπίδα
δεν υπάρχει γυρισμός,
πάντα κάτι εκείνες τις στιγμές με δυναμώνει.
Σκέφτομαι πως άντεξα από χειρότερα
πράγματα,
από χειρότερες καταστάσεις.
Σκέφτομαι πως η ζωή είναι ένας κύκλος
και όλα θα ξαναέρθουν
απλώς εγώ θα είμαι έτοιμος αυτή τη φορά
να τα παρατηρήσω με άλλο μάτι,
αλλού θα στρέψω το φακό της κάμερας,
άλλη θα είναι η οπτική γωνία που θα φωτογραφίσω,
αλλιώς θα γράψω τις σκέψεις στο χαρτί.
Σκέφτομαι πως εδώ που βρίσκομαι
μετά από συνεχόμενες κατραπακιές
είναι καλά,
είναι πολύ καλά
και δεν γίνεται να είναι καλύτερα.

Πηγή 

Ο  Τ έ λ ο ς   Ά ρ χ η ς  (λογοτεχνικό  ψευδώνυμο του Μάριου Σκοτεινιώτη) γεννήθηκε στην Ορεινή Κορινθία το 1951. Το 1977 κυκλοφόρησε την ποιητική συλλογή : Το όνομα του πατέρα μου (εκτός εμπορίου). Ποιήματά του δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς σε περιοδικά της Αθήνας και της Περιφέρειας. Τα ποιήματα που ακολουθούν, όλα ανέκδοτα,  γράφτηκαν το διάστημα 1983-1996, τότε που ο Τ. Α.  εργαζόταν ως οδηγός ταξί στα Ιωάννινα, όπου  τον γνώρισα και μου τα εμπιστεύτηκε για να φροντίσω κάποτε για τη δημοσίευσή τους. Ο ίδιος δεν ήθελε πια καθόλου να μπει σ’ αυτή τη διαδικασία. Έκτοτε, δυστυχώς,  έχασα τα ίχνη του.  Σύμφωνα με συγγενείς του, τώρα  ζει και εργάζεται στον Καναδά.

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Το Γύρισμα του Καιρού



Τώρα, στο γύρισμα του καιρού, πρέπει να το μπορέσεις,
όχι μονάχα ως το τέλος να παλεύεις για τη νίκη,
αλλά να την αντέχεις δίχως έπαρση ή άγρια χαρά
και πιο πολύ την ήττα στην ώρα της να δέχεσαι,
να την ομολογείς χωρίς ταπείνωση μήτε πλαστή αταραξία.


Των άλλων η συμπόνια, ο φθόνος, η κρυφή αγαλλίαση,
όποια κι αν παίρνουν όψη με κάτι σε πλουτίζουν,
όμως εσύ μη ρίχνεις την ευθύνη όλη στους άλλους,
μην παίρνεις όλη την ευθύνη απάνω σου,
μην ψάχνεις γι' αντιδρομές ή εύνοιες της τύχης
γι' απρόβλεπτα περιστατικά που υπάρχουν πάντα,
κυρίως πρόσεχε την ηδονική αιώρηση
ανάμεσα σε αυτοδικαίωση και σ' αυτοκαταδίκη.

Μόνο λίγο πιο γνωστικός να βγεις, μόνο να μάθεις
κάπως πιο ήρεμα ν' αντικρίζεις τα ανθρώπινα.


(Τίτος Πατρίκιος, "Το Γύρισμα του Καιρού", Γενάρης 1960)

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Κινέζικη και Ελληνική Τέχνη



Ο Προφήτης είπε, "Υπάρχουν κάποιοι που με βλέπουν
υπό το ίδιο φως με το οποίο τους βλέπω εγώ.
Οι φύσεις μας είναι μία.
                                             Χωρίς αναφορά σε σκέλη
γενεαλογίας, χωρίς αναφορά σε κείμενα ή παραδόσεις,
πίνουμε το νερό της ζωής μαζί."
                                                            Να μια ιστορία
σχετικά με αυτό το κρυμμένο μυστικό:
                                                                         Οι Κινέζοι και οι Έλληνες
διαφωνούσαν στο ποιοι είναι οι καλύτεροι καλλιτέχνες.
Ο βασιλιάς είπε,
                              "Θα διευθετήσουμε αυτό το θέμα με μια δημόσια συζήτηση."
Οι Κινέζοι αρχίσανε να μιλάνε,
αλλά οι Έλληνες δε λέγανε τίποτα.
Έφυγαν.
                 Οι Κινέζοι πρότειναν τότε
να δοθεί στον καθένα ένα δωμάτιο για να δουλέψουν
με την τέχνη τους ο καθένας, δύο δωμάτια που θα βλέπει το ένα το άλλο
και χωρισμένα με μια κουρτίνα.
                                                            Οι Κινέζοι ζήτησαν από το βασιλιά
εκατοντάδες χρώματα, όλες τις αποχρώσεις,
και κάθε πρωί πήγαιναν εκεί όπου
φυλάττονταν όλες οι βαφές και τις παίρνανε όλες.
Οι Έλληνες δεν παίρνανε κανένα χρώμα.
"Δεν είναι μέρος της δουλειάς μας."
                                                                   Πήγαν στο δωμάτιο τους
και άρχισαν να καθαρίζουν και να γυαλίζουν τους τοίχους. Όλη την ημέρα
κάθε μέρα έκαναν τους τοίχους τόσο αγνούς και καθαρούς
σαν τον ανοικτό ουρανό.
                                               Υπάρχει ένας δρόμος που οδηγεί από όλα τα χρώματα
στην αχρωματοσύνη. Γνώριζε ότι η μεγαλοπρεπής ποικιλία
των σύννεφων και του καιρού προέρχεται
από την απόλυτη απλότητα του ήλιου και της σελήνης.

Οι Κινέζοι τελειώσανε, και ήταν τόσο χαρούμενοι.
Ηχούν τα τύμπανα με την χαρά της ολοκλήρωσης.
Ο βασιλιάς εισήλθε στο δωμάτιο,
έκπληκτος από τα υπέροχα χρώματα και λεπτομέρειες.

Οι Έλληνες τότε τραβήξανε την κουρτίνα που χώριζε τα δωμάτια.
Οι κινέζικες μορφές και εικόνες έλαμψαν αντανακλώντας
στους καθαρούς ελληνικούς τοίχους. Ζούσανε εκεί,
ακόμα πιο όμορφα, και πάντα
μεταβαλλόμενες στο φως. 

Η ελληνική τέχνη είναι ο τρόπος των Σούφι. 
Δεν μελετούν βιβλία φιλοσοφικού περιεχομένου.

Κάνουν την αγάπη τους όλο και πιο καθαρή
Ούτε ελλείψεις, ούτε θυμός. Με τέτοια αγνότητα
δέχονται και αντανακλούν τις εικόνες κάθε λεπτό,
από εδώ, από τα αστέρια, από το κενό.

Τις λαμβάνουν μέσα τους
σαν να τις έβλεπαν
με την φωτισμένη καθαρότητα
με την οποία αυτές τους βλέπουν.



 

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Φύση

Ralph Waldo Emerson (1803-1882)

Ι.
Οι χειμώνες ξέρουν
Εύκολα να ρίχνουν το χιόνι,
Και η αδίδακτη Άνοιξη είναι σοφή
Σε ηράνθεμα και ανεμώνες.
Η φύση, μισώντας τέχνη και φροντίδες
Παρεμποδίζει και φέρνει σε αμηχανία εγκεφάλους που συλλογίζονται·
Ατύχημα και Έκπληξη
Είναι οι κόρες των ματιών της·
Αλλά στοργικά αγαπά τον φτωχό,
Και, από θαυμασμό γι' αυτήν
Γκρεμίζει τον θορυβώδη διεκδικητή.

Γιατί η Φύση ακούει στο ρόδο,
Και δίνει προσοχή μέσα από τη στεφάνη της μουριάς,
Να βοηθήσει τους φίλους της, να πληγώσει τους εχθρούς της,
Και σαν σοφός Θεός κρίνει σωστά.
Ωστόσο προέχει η αγάπη της
Προς τις ψυχές που ποτέ δεν πέφτουν,
Προς τους χωρικούς που ζουν ευτυχισμένα,
Και τα καταφέρνουν καλά επειδή το επιθυμούν
Που περπατούν σε άγνωστους δρόμους
Και πραγματοποιούν κατορθώματα πριν γίνουν γνωστοί.

ΙΙ.
Είναι παιχνιδιάρα και καλή,
Αλλά με ευμετάβλητη διάθεση,
Χωρίς θλιβερή επανάληψη κάθε τόσο,
Θα είναι όλα τα πράγματα για όλους τους ανθρώπους.
Αυτή που είναι τόσο γριά, αλλά σε καμιά περίπτωση αδύναμη,
Διοχετεύει τη δύναμη της στους ανθρώπους,
Χαρούμενα και πολλαπλά χωρίς κώλυμα,
Τους φτιάχνει και τους πλάθει όπως είναι,
Και αυτό που αυτοί ονομάζουν τρόπο της πόλης
Δεν είναι τρόπος τους, αλλά δικός της,
Και αυτό που λένε ότι φτιάξανε σήμερα,
Το μάθανε από τις βελανιδιές και τα έλατα.
Γεννά ανθρώπους σαν φρέσκες μολόχες,
Ήρωες και κόρες, σάρκα εκ της σαρκός της·
Εμπλουτίζει το νερό της και το σιτάρι της
Με γεύσεις τις οποίες βρίσκει κατάλληλες,
Και τους δίνει κάτι να πιουν και να φάνε·
Και έχοντας έτσι άρτο και ανάπτυξη,
Της κάνουν προσφορές, όχι ακούσιες.
Ότι είναι περισσότερο δικό τους, δεν το κατέχουν,
Αλλά είναι δανεισμένο από άτομα σιδήρου και πέτρας,
Και στα περίφημα έργα Τέχνης τους
Η κυρίαρχη πινελιά είναι πάλι δικιά της.

 

 Nature

I.
Winters know
Easily to shed the snow,
And the untaught Spring is wise
In cowslips and anemones.
Nature, hating art and pains,
Baulks and baffles plotting brains;
Casualty and Surprise
Are the apples of her eyes;
But she dearly loves the poor,
And, by marvel of her own,
Strikes the loud pretender down.

For Nature listens in the rose,
And hearkens in the berry's bell,
To help her friends, to plague her foes,
And like wise God she judges well.
Yet doth much her love excel
To the souls that never fell,
To swains that live in happiness,
And do well because they please,
Who walk in ways that are unfamed,
And feats achieve before they're named.

II.
She is gamesome and good,
But of mutable mood,--
No dreary repeater now and again,
She will be all things to all men.
She who is old, but nowise feeble,
Pours her power into the people,
Merry and manifold without bar,
Makes and moulds them what they are,
And what they call their city way
Is not their way, but hers,
And what they say they made to-day,
They learned of the oaks and firs.
She spawneth men as mallows fresh,
Hero and maiden, flesh of her flesh;
She drugs her water and her wheat
With the flavours she finds meet,
And gives them what to drink and eat;
And having thus their bread and growth,
They do her bidding, nothing loath.
What's most theirs is not their own,
But borrowed in atoms from iron and stone,
And in their vaunted works of Art
The master-stroke is still her part.

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

Ένα βιβλίο

Emily Elizabeth Dickinson (1830 – 1886)

Δεν υπάρχει φρεγάτα σαν ένα βιβλίο
Να μας πάει χώρες μακριά,
Ούτε ίππος ταχύς σαν μια σελίδα
Καλπάζουσας ποίησης.
Αυτό το πέρασμα μπορεί να το διασχίσει και ο φτωχότερος
Χωρίς την τυραννία διοδίων·
Πόσο λιτή είναι η άμαξα
Που μεταφέρει μια ανθρώπινη ψυχή!



 Α Book

There is no frigate like a book
To take us lands away,
Nor any coursers like a page
Of prancing poetry.
This traverse may the poorest take
Without oppress of toll;
How frugal is the chariot
That bears a human soul!

Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου (απόσπασμα από H' Προφητικός )




Μες τις παινεμένες χώρες, Χώρα
παινεμένη, θα 'ρθει κι η ώρα,
και θα πέσεις, κι από σέν' απάνου η Φήμη
το στερνό το σάλπισμά της θα σαλπίσει
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση.
Πάει το ψήλος σου, το χτίσμα σου συντρίμι.
Θα 'ρθει κι η ώρα εσένα ήταν ο δρόμος
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση,
σαν το δρόμο του ήλιου γέρνεις όμως
το πρωί για σε δε θα γυρίσει.
Και θα σβήσεις καθώς σβήνουνε λιβάδια
από μάισσες φυτρωμένα με γητειές
πιο αλαφρά του περασμού σου τα σημάδια
κι από τις δροσοσταλαματιές
θα σε κλαιν' τα κλαψοπούλια στ' αχνά βράδια
και στα μνήματα οι κλωνόγυρτες ιτιές.
...................................................
Και θα φύγεις κι απ' το σάπιο το κορμί,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα,
και δε θά' βρει το κορμί μια σπιθαμή
μες στη γη για να την κάμει μνήμα,
κι άθαφτο θα μείνει το ψοφίμι,
να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά,
κι ο Καιρός μέσα στους γύρους του τη μνήμη
κάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά.
Όσο να σε λυπηθεί της αγάπης ο Θεός,
και να ξημερώσει μιαν αυγή,
και να σε καλέσει ο λυτρωμός,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!
Και θ' ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή,
θα γθυθείς της αμαρτίας το ντύμα,
και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή,
θα σαλέψεις σαν τη χλόη, σαν το πουλί,
σαν το κόρφο το γυναικείο,
σαν το κύμα,
και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα,
για τ' ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
Τα φτερά, τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!

Όλος ο Δωδεκάλογος για κατέβασμα εδώ.

Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

Ο Μέγας Υμνωδός της Ζωής

 J. Krishnamurti (1895-1986)


Στις όχθες κάποιου ποταμού που αργοκυλούσε,
Υπήρχε ένα χωριό γεμάτο ανθρώπους , μα από ζωή αδειανό.
Ω, τι θλιβερό.
Είχε πολλούς ναούς ψηλούς, με εικόνες σκαλιστές,
Θεοί πλασμένοι απ' τον ανθρώπινο νου,
Περήφανοι ιερείς με απαλές φωνές, στους ψαλμούς δυνατές,
Σοβαροί ομιλητές φιλοσοφίας , κάτω από δέντρων σκιές δροσερές
Κραυγές από βάρη, ο φόβος της θλίψης
Περίπλοκοι κανόνες θρησκευτικοί
Ηθική για τους άλλους φτιαγμένη,
Ο ισχυρός συντηρείται από τον φτωχό. 
Ο κουρελής και ο ντυμένος περπατούσαν στο ίδιο στενό δρομάκι,
Όλοι σε σύγκρουση μεταξύ τους,
Οι Θεοί τους, οι νόμοι και η αγάπη τους. 
Το χωριό ονομαζόταν ο κόσμος. 
Μια όμορφη μέρα, σε ένα σταυροδρόμι, 
κάποιος φώναξε δυνατά:
"Ακούστε με, άνθρωποι,
Υπάρχει διαφθορά και διαμάχη·
Το τραγούδι της ζωής σας είναι αισχρό.
Ο Μέγας Υμνωδός της Ζωής
Φτάνει σε αυτό το πανάρχαιο χωριό·
Αφουγκραστείτε την αρμονία του ύμνου του."
Το γιασεμί ανοίγει την καρδιά του στο σκοτάδι της νύχτας.
"Είμαι ο Μέγας Υμνωδός της Ζωής,
Υπέφερα για πολύ καιρό, και ξέρω. 
Κρατήστε αγνό τον ύμνο στην καρδιά σας, 
Απλός είναι ο δρόμος. 
Απαλλαγείτε από την πολυπλοκότητα των Θεών, των θρησκειών και των δογμάτων τους. 
Μην δεσμεύεται την ζωή σας με τελετουργίες, με την επιθυμία της άνεσης. 
Να είστε εσείς το φως στον εαυτό σας. Έτσι δεν θα ρίξετε ούτε μια σκιά στο πρόσωπο των άλλων. 
Η ζωή δεν μπορεί να κρατηθεί με δεσμά φόβου. 
Να είστε ελεύθεροι και τότε θα υπάρξει το θαύμα της τάξης.
Να αγαπάτε τη ζωή και τότε δεν υπάρχει μοναξιά.
Αχ, ακούστε τη φωνή της αγάπης μου. 
Υπέφερα για πολύ καιρό, και ξέρω. 
Είμαι ελεύθερος, αιώνια ευτυχισμένος·
Είμαι ο Μέγας Υμνωδός της Ζωής."
Αργά έρχεται η βροχή στην καμμένη γη.
Λίγοι άκουσαν και πολύ χαρήκαν.
Αφήνοντας στην άκρη όλα τα πράγματα
Ελευθέρωσαν την ζωή απ' όλα τα δεσμά. 
"Ναι", φώναξαν οι άνθρωποι,
"Αλλά πως θα συμφιλιώσουμε την ομορφιά των Θεών μας με τον ύμνο σου;
Με ποιο τρόπο να ταιριάξουμε τα λόγια σου στο ναό της δημιουργίας μας;
Είσαι ο φορέας της σύγχυσης, 
Δε θέλουμε κανένα σαν και του λόγου σου,
Λες πράγματα που δεν γνωρίζουμε, 
Αυτά που λες είναι λόγια του Διαβόλου, 
Μακριά, μακριά."
Ο Μέγας Υμνωδός της Ζωής πήρε το δρόμο του,
και οι άνθρωποι αγωνίστηκαν με το πρόβλημα της συμφιλίωσης.

ΤHE MASTER SINGER OF LIFE

On the banks of a soft running river
There was a village full with people but empty of life.
Oh, the sorrow of it!
Many were the tall temples with graven images,
Gods moulded after the thought of man,
Proud priests, soft of voice, loud in chants,
Grave talkers of philosophy, under the cool trees,
The cry of burden, the fear of sorrow,
Complicated laws of religion,
Morality made for others,
The strong maintained by the weak.
The naked and the clothed walked on the same narrow street,
All in strife one against another,
Their Gods, their laws and their love.
They called the village the world.
On a fair day, at the meeting of four roads,
A man cried,
"Listen, O people,
There is a corruption, and a strife;
The song of your life is impure.
The Master Singer of Life
Comes to this ancient village;
Hearken to the harmony of his song."
The jasmine opens its heart to the dark night.
"I am the Master Singer of Life,
I have suffered long, I know.
Keep pure the song in thy heart,
Simple is the way.
Be rid of the complexities of Gods, of religions and of beliefs therein.
Bind not thy life with rites, with the desire after comfort.
Be a lamp unto thyself. Thou shalt not then cast a shadow across the face of another.
Life cannot be held in the bondage of fear.
Be free, then there shall be the miracle of order.
Love life, then there shall be no loneliness.
Ah, listen to the voice of my love.
I have suffered long, I know.
I am free, eternally happy;
I am the Master Singer of Life."
Softly comes the rain on the burning land.
A few listened and greatly rejoiced.
Putting aside all things
They freed life of all bondage.
"Yea", cried the people,
"But how shall we reconcile the beauty of our Gods with thy song?
In what manner shall we fit thy sayings into the temple of our creation?
Thou art the bringer of confusion,
We shall have none of thee,
Thou sayest things that we know not,
What thou sayest is of the Devil,
Away, away."
The Master Singer of Life went on his way,
And the people struggled with the problem of reconciliation.


Μετάφραση: Ιπτάμενος Ολλανδός
Το αγγλικό κείμενο το βρήκα εδώ
Μια μελοποιημένη εκδοχή από τον Γ. Στεφανάκη εδώ.

Εγγραφή μέσω email

Enter your email address:

Εγγραφή μέσω reader

Blog Widget by LinkWithin